3.2.12

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΣΕΡΑΦΙΝ- SERAPHINE

Παρασκευή 3/2 Καρλόβασι, 
Σάββατο 4 και Κυριακή 5/2/12 Σάμος

Σκηνοθεσία: Martin Provost
Σενάριο: Martin Provost & Marc Abdlenour
Πρωταγωνιστούν: Ζενεβιέβ Μινς, Αν Μπενετ, Αδελάιδα Λερού, Γιολάντ Μορό, Ούλριχ Τουκούρ, Νίκο Ρόγκνερ.
Φωτογραφία: Laurent Brunet, A.F.C.
Ήχος: Philippe Van Den Driessche
Κοστούμια: Madeline Fontaine
Σκηνικά: Thierry François
Μοντάζ: Ludo Troch
Τη μουσική της ταινίας έχει συνθέσει ο Michael Galasso, γνωστός από το soundtrack της ταινίας "Ερωτική Επιθυμία" (In the Mood for Love).
Διάρκεια: 125 λεπτά
Είδος ταινίας: Βιογραφική, εποχής.
Διανομή: FilmTrαde
 Έτος: 2008
 Γλώσσα: Γαλλικά

Διακρίσεις
7 Βραβεία Σεζάρ για το 2008:
-Καλύτερη Γαλλική Ταινία της Χρονιάς,
-Α΄ γυναικείος ρόλος (Γιολάντ Μορό),
-Σενάριο (Μαρτέν Προβόστ),
-Φωτογραφία (Λοράν Μπρουνέ),
-καλλιτεχνική διεύθυνση (Τιερί Φρανσουά),
-κοστούμια (Μαντλέν Φοντέν),
-και πρωτότυπη μουσική (Μάικλ Γκαλάσο)

Η Ταινία
Βιογραφία της ναϊφ ζωγράφου Σεραφίν Λουίς.
1912: Λίγο πριν ξεσπάσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, στη μικρή πόλη Σενλίς, 50 χιλιόμετρα βόρεια από το Παρίσι, η μοναχική και ιδιόρρυθμη Σεραφίν Λουίς (Γιολάντ Μορό) δουλεύει ως οικιακή βοηθός στο σπίτι της Μαντάμ Ντυφό. Η Σεραφίν, αν και δεν είναι πια νέα, κάνει οποιαδήποτε δύσκολη δουλειά προκειμένου να κερδίσει κάποια χρήματα και να αγοράσει τα υλικά που της χρειάζονται για να ασχοληθεί με το πάθος της, τη ζωγραφική. Περνά τα βράδια της κλεισμένη σε μια σοφίτα και ζωγραφίζει μικρούς, περίπλοκους και με πολύ έντονα χρώματα πίνακες, οι οποίοι απεικονίζουν φρούτα και φυτά. Στα χρώματά της χρησιμοποιεί ασυνήθιστα υλικά που βρίσκει γύρω της όπως κρασί, λάσπη, αίμα ζώων, λάδια από τα κεριά της εκκλησίας, φρούτα και πέταλα λουλουδιών.
Την ίδια εποχή ο γερμανός κριτικός τέχνης και συλλέκτης Βίλχελμ Ούντε (Ούλριχ Τουκούρ), ένθερμος υποστηρικτής του ρεύματος των μοντερνιστών και πριμιτίφ καλλιτεχνών, αποφασίζει να μετακομίζει στο Σενλίς για να ξεφύγει από τους έντονους ρυθμούς του Παρισιού. Νοικιάζει το σπίτι της Μαντάμ Ντυφό και γνωρίζεται με τη Σεραφίν η οποία είναι η οικιακή βοηθός του. Μήνες αργότερα και εντελώς τυχαία στη διάρκεια ενός δείπνου, ο Βίλχελμ βλέπει έναν μικρό ξύλινο πίνακα που είχε ζωγραφίσει η Σεραφίν. Μένει καταγοητευμένος και επιμένει στη Σεραφίν να δει και άλλα της έργα…

ΒΙΛΧΕΛΜ ΟΥΝΤΕ (1874-1947): Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΤΗ ΣΕΡΑΦΙΝ
Ο γερμανικής καταγωγής κριτικός και συλλέκτης Βίλχελμ Ούντε, μετακόμισε στο Παρίσι το 1903 για να αφιερωθεί στην τέχνη. Ανακάλυψε τον Ντουνιέ Ρουσσώ, συναντήθηκε με τον Πικάσο (ο οποίος μάλιστα  ζωγράφισε το πορτρέτο του το 1907), τον Μπρακ, τον Ντελονέ και σιγά-σιγά έφτιαξε μια εξαιρετική συλλογή έργων τέχνης. Όταν μετακόμισε στο Σενλίς το 1912 ανακάλυψε έναν πίνακα που τον συνάρπασε, της Σεραφίν Λουί της οικιακής του βοηθού! Με τον πόλεμο αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Γερμανία και δεν ξαναγύρισε στο Παρίσι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του είκοσι. Ο Ούντε υποστήριξε πολλούς νέους ζωγράφους του ρεύματος "ναϊφ"  (Βεβάν, Μπομπουά, Μποσάν) γοητευμένος από το φυσικό τους ταλέντο και την αμεσότητα των έργων τους. 
Λόγω της αποκήρυξης της γερμανικής του υπηκοότητας το 1938, ο Ούντε πέρασε τα χρόνια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου κρυμμένος στην νοτιοανατολική Γαλλία.  Πέθανε στο Παρίσι το 1947 έχοντας μόλις καταφέρει να πραγματοποιήσει το όνειρο ζωής της Σεραφίν Λουί: μια έκθεση αποκλειστικά με δικά της έργα, που πραγματοποιήθηκε τελικά το 1945 στη Galerie de France στο Παρίσι.

Σημείωμα του σκηνοθέτη
"Στο σενάριο θέλησα να αναπτύξω την ιστορία της Σεραφίν γύρω από τη φιλία της με το Βίλχελμ Ούντε, ο οποίος ήταν ο πρώτος άνθρωπος που διέκρινε αυτό που πραγματικά ήταν η Σεραφίν και ο οποίος την υποστήριξε μέχρι το τέλος. Λόγω της σχολαστικότητάς της Σεραφίν και της έντονης πίστης της, επιβάλλεται ένα ιδιαίτερο ύφος στην επεξεργασία της ιστορίας της ζωή της. Στην ταινία, προσπάθησα να προσδιορίσω τη διαδικασία μέσα από την οποία μια γυναίκα ταπεινής προέλευσης και αγαθών πεποιθήσεων κατάφερε να γίνει μία ολοκληρωμένη καλλιτέχνης σε μία εποχή που ήταν σχεδόν αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο. Καθώς και το πώς ένας ευγενικός και περίπλοκος άνδρας, που είχε μάθει να τον υπηρετούν έφτασε στο σημείο να υπηρετεί αυτός την ταπεινή γυναίκα, την καλλιτέχνη και το έργο της. Επιθυμία μου ήταν η ταινία να είναι ασυμβίβαστη, καθαρή και τακτοποιημένη, όσο το δυνατόν δηλαδή πιο κοντά στην ιδιοσυγκρασία της Σεραφίν και τον αισθησιασμό που χαρακτήριζε τη σχέση της με τη φύση. Χωρίς να τονίσω υπερβολικά τις πτυχές της ασθένειάς της, προσπάθησα να παρουσιάσω τον κόσμο όπως θα τον έβλεπε εκείνη. Πρέπει να κατανοήσει κάποιος την τέχνη της Σεραφίν, τα βάσανά της, την απόρριψη που ένοιωσε και τη βασανιστική αίσθηση του σκοπού της ζωής της να παράγει σπουδαία τέχνη, προκειμένου να αντιληφθεί το χάρισμα που την οδήγησε στη σφαίρα του παραλόγου."




26.1.12

Η Παγίδα

ΕΙΔΟΣ: Είδος: ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ, ΘΡΙΛΕΡ
Σκηνοθεσία: ΣΕΡΝΤΑΝ ΓΚΟΛΟΥΜΠΟΒΙΤΣ
Σενάριο: ΜΕΛΙΝΑ ΠΟΤΑ ΚΟΛΙΕΒΙΤΣ, ΣΕΡΝΤΑΝ ΚΟΛΙΕΒΙΤΣ, Βασισμένο στο θεατρικό έργο του ΝΕΝΑΝΤ ΤΕΟΦΙΛΟΒΙΤΣ

Πρωταγωνιστούν : ΝΕΜΠΟΖΑ ΓΚΛΟΓΚΟΒΑΤΣ, ΝΑΤΑΣΑ ΝΙΝΚΟΒΙΤΣ, ΜΙΚΙ ΜΑΝΟΛΟΒΙΤΣ, ΑΝΙΤΣΑ ΝΤΟΜΠΡΑ, ΜΠΟΓΝΤΑΝ ΝΤΙΚΛΙΤΣ, ΒΟΥΚ ΚΟΣΤΙΤΣ, ΒΟΖΙΝ ΤΣΕΤΚΟΒΙΤΣ
Μουσική: ΜΑΡΙΟ ΣΝΑΪΝΤΕΡ
Φωτογραφία: ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΙΛΙΤΣ
Μοντάζ: ΣΜΑΡΚΟ ΓΚΛΟΥΣΑΚ, ΝΤΕΓΙΑΝ ΟΥΡΟΣΕΒΙΤΣ
Χρονολογία παραγωγής: 2007
Χώρα παραγωγής: ΣΕΡΒΙΑ, ΓΕΡΜΑΝΙΑ, ΟΥΓΓΑΡΙΑ
Γλώσσα: ΣΕΡΒΟΚΡΟΑΤΙΚΑ
Διάρκεια: 106'

Διανομή: AMA FILMS
Διακρίσεις:
Μεγάλο Βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σόφιας 2007
Πρόταση Σερβίας για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας 2008
Κριτική της ταινίας
 Βασισμένο στο πετυχημένο θεατρικό έργο του Nenad Teofilovic, ο φέρελπις Σέρβος σκηνοθέτης Srdjan Golubovic φτιάχνει ένα σύγχρονο φιλμ νουάρ με δραματικές προεκτάσεις και ηθικά διλήμματα, το οποίο ενθουσίασε κοινό και κριτικούς, κέρδισε το μέγα βραβείο του Φεστιβάλ της Σόφιας.
 Στη μετά-Μιλόσεβιτς Σερβία, με τον απόηχο των πρόσφατων πολέμων να δονεί ακόμη το μυαλό και την ψυχή των κατοίκων της, o αρχιτέκτονας Μλάντεν, ο οποίος ζει με την καθηγήτρια γυναίκα του και τον αγαπημένο τους γιο ευτυχισμένες μέρες, καλείται να πάρει σκληρές αποφάσεις, όταν πρέπει να εξασφαλίσει αρκετές χιλιάδες ευρώ για να χειρουργηθεί το παιδί του που πάσχει από μια βαριάς μορφής καρδιοπάθεια. Του γίνεται πρόταση να δολοφονήσει έναν ισχυρό άντρα του επιχειρηματικού κόσμου με αντάλλαγμα τα απαιτούμενα χρήματα και μπροστά στη ζωή του αγαπημένου του προσώπου, δεν βάζει τίποτε. Εξωθείται λοιπόν στο να λάβει ασυμβίβαστες με τον χαρακτήρα του και τον εσωτερικό του κόσμο αποφάσεις.
Τα πράγματα περιπλέκονται όταν διαπιστώνει ότι γνωρίζει και συμπαθεί την γυναίκα και την κόρη του υποψηφίου θύματος και, κυρίως, όταν εκείνη αποφασίσει να τον βοηθήσει στο πρόβλημά του…..

Νέστορας Πουλάκος [cine.gr]

2. Συνέντευξη του σκηνοθέτη στον Bernd Buder για Berlinale (Ιανουάριος 2007)
Πώς προέκυψε η ιδέα για την ταινία;
Οι εφημερίδες στη Σερβία είναι γεμάτες αγγελίες μέσα από τις οποίες οι άνθρωποι ζητούν βοήθεια για τα πολύ άρρωστα παιδιά τους. Θυμάμαι το αίσθημα που είχα όταν είδα για πρώτη φορά αυτές τις αγγελίες: είχα σοκαριστεί. Αλλά συνέβη ό,τι ακριβώς συμβαίνει και με τις ειδήσεις για τις φυσικές καταστροφές: την ίδια ημέρα προκαλούν φόβο, συμπάθεια και θλίψη αλλά την επόμενη μέρα έχουν κιόλας ξεχαστεί.
Οι πρωταγωνιστές είναι άνθρωποι μορφωμένοι που ανήκουν στη μεσαία αστική τάξη. Ο αρχιτέκτονας Mladen και ο γιατρός που χειρουργεί το παιδί έχουν και οι δύο το ίδιο αυτοκίνητο, το 30χρονο Renault r4. Θυμούνται μάλιστα ότι πριν 3 δεκαετίες το συγκεκριμένο αυτοκίνητο είχε διαφημιστεί ως ο "μικρός γίγαντας".
Ο Mladen και η Marija έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο αλλά επιβιώνουν με δυσκολία σε αυτή την νέα εποχή και τις νέες συνθήκες ζωής. Επειδή ακριβώς το να τα «καταφέρνεις» -όπως λέει η Marija σε μία σκηνή- σημαίνει «ξεπερνάς τα όρια της ηθικής». Είναι άνθρωποι φυσιολογικοί, αξιοπρεπείς, καλοί. Η Παγίδα αφορά έναν άνθρωπο φυσιολογικό ο οποίος γίνεται δολοφόνος. Αφορά έναν άνδρα ο οποίος ποτέ δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να σκοτώσει, και την κατάρρευση όλων των ηθικών αξιών στις οποίες πίστευε. Το Renault 4 είναι το κοινό στοιχείο του Mladen και του γιατρού. Ως αυτοκίνητο, το R4 ήταν το σύμβολο της μεσαίας αστικής τάξης, που πλέον δεν υφίσταται στη Σερβία. Στη σημερινή Σερβία που διαρκώς αλλάζει υπάρχουν οι πάρα πολύ πλούσιοι και οι πάρα πολύ φτωχοί. Το R4 τώρα συμβολίζει τη φτώχια αυτών των χαρακτήρων καθώς και την ανικανότητά τους να προσαρμοστούν στη νέα κοινωνία που ζουν.
Πόσο εξοικειωμένος είσαι με τέτοιες εμπειρίες, του καθημερινού δηλαδή αγώνα για επιβίωση;
Η Παγίδα είναι μία ταινία για τους φίλους μου: μορφωμένους, έξυπνους και τίμιους ανθρώπους που πίστευαν ότι οι αξίες που έχουν αρκούν για μία φυσιολογική ζωή. Δυστυχώς, η δεκαετία του ‘90 δημιούργησε στη Σερβία κάποιες νέες αξίες που δεν ξέραμε από πριν την ύπαρξή τους.
Από την άλλη, έχουμε το πολυτελές lifestyle του σκοτεινού επιχειρηματία. Η ταινία σου δίνει αυτό το τμήμα της κοινωνίας στο πρόσωπο της Anica Dobra ως τη γυναίκα του γκάνγκστερ που ψάχνει για έναν "καλό άνθρωπο"…
Στη δεκαετία του ΄90 οι γκάνγκστερ στη Σερβία τριγυρνούσαν με αθλητικές φόρμες, κουβαλούσαν όπλα, τα κεφάλια τους ήταν ξυρισμένα. Ήταν bodybuilders και έμοιαζαν σαν μπουλντόγκς. Οι σημερινοί γκάνγκστερ ή για να είμαστε πιο ακριβείς οι μεγιστάνες επιχειρηματίες, είναι άνθρωποι καλοντυμένοι, μορφωμένοι και με καλούς τρόπους. Ανήκουν σε ένα χειραφετημένο τμήμα της κοινωνίας – την ελίτ. Οι γυναίκες τους είναι όμορφες και έξυπνες και οι ίδιοι είναι καλοί σύζυγοι και στοργικοί πατεράδες. Αλλά το χρήμα τους είναι ματωμένο. Και αυτό είναι που χαρακτηρίζει αυτή τη μεταβατική περίοδο.
Όπως και στην προηγούμενη μεγάλου μήκους ταινία, τον Κινούμενο στόχο (Absolute hundred), αρνείσαι να δημιουργήσεις «ασπρόμαυρους» χαρακτήρες. Βλέπουμε το Mladen, ο οποίος ενώ αρχικά παρουσιάζεται ως στοργικός πατέρας, σταδιακά μετατρέπεται σε ένα είδος διαβόλου. Ποια ήταν η αρχική ιδέα; Να δείξεις τη συναισθηματική ισορροπία των ανθρώπων όταν πλέον δεν έχουν άλλα οικονομικά και ψυχολογικά αποθέματα; Ή να δημιουργήσεις μία μεταφορά για την κατάσταση της σερβικής κοινωνίας;
Τίποτα στη ζωή δεν είναι ξεκάθαρα άσπρο ή μαύρο. Κανείς από εμάς δεν είναι απόλυτα καλός ή απόλυτα κακός. Η Παγίδα είναι για έναν καλό άνδρα ο οποίος σταματά να είναι καλός. Η αλλαγή του από ένα στοργικό πατέρα σε δαίμονα είναι σταδιακή, με έντονο το συναίσθημα του αυτό-οίκτου και της δειλίας. Δεν ήθελα αυτή η αλλαγή να είναι διακριτή παρά μέχρι τη σκηνή που ο Mladen εισβάλει στο σπίτι του Miloš. Αυτή είναι η σκηνή όπου βλέπουμε το Mladen με ένα πρόσωπο διαφορετικό… έναν άντρα εντελώς διαφορετικό.
Στο σημείο αυτό μοιάζουν Ο Κινούμενος στόχος και Η Παγίδα, καθώς και οι δύο ταινίες διαπραγματεύονται την κατάρρευση των ηθικών αξιών στις οποίες πίστευαν οι πρωταγωνιστές, και την επίδραση που οι κοινωνικές συνθήκες έχουν στις ζωές τους. Ο Κινούμενος στόχος είναι μία ταινία για το θυμό και την απόγνωση. Είναι μία ταινία ωμή, γεμάτη ενέργεια. Νομίζω πως Η Παγίδα είναι μία ταινία περισσότερο ώριμη, που αφορά την απογοήτευση, γιατί έξι χρόνια μετά την πτώση του Μιλόσεβιτς, εξακολουθούμε να μη ζούμε σε μία κοινωνία καλύτερη. Το σύστημα των κοινωνικών αξιών δεν είναι διαφορετικό από ότι ήταν. Κι εμείς εξακολουθούμε να είμαστε μισαλλόδοξοι και εγωιστές.
Η ταινία δείχνει τα αποτελέσματα της οικονομικής και ηθικής παρακμής της κοινωνίας: ο άντρας που διατάζει το φόνο, για παράδειγμα, παρουσιάζει τον εαυτό του ως μέλος μίας ομάδας από ανθρώπους με υψηλό το πατριωτικό φρόνημα. Πώς μπορούν οι βασικές ηθικές αξίες να αναδομηθούν;
Αυτοί που αυτό-αποκαλούνται πατριώτες μάς κοστίζουν πολλά. Στο όνομα αυτού του δήθεν πατριωτισμού, έχουν δολοφονήσει, κλέψει και αποκτήσει πλούτη. Ακόμη και σήμερα, στις πολυτελείς τους βίλες, πιστεύουν ειλικρινά ότι έχουν πράξει σωστά. Η αλλαγή στην κοινωνική συνείδηση είναι μία διαδικασία δύσκολη. Μόνο μέσα από την ομολογία και τη συνειδητοποίηση ότι έχουν κάνει φρικτά πράγματα μπορούν να φθάσουν στην κάθαρση και να εξαγνιστούν. Μόνο όταν όλοι στη Σερβία συνειδητοποιήσουν ότι ο Μιλόσεβιτς δεν ήταν ήρωας αλλά εγκληματίας πολέμου, αποτυχημένος και κλόουν, μόνο τότε θα έχουμε πραγματικά μία ευκαιρία…
Η διασταύρωση όπου βλέπουμε το Mladen να σταματά κάθε μέρα με το κόκκινο "μικρό γίγαντα" έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία;
Κάποια χρόνια πριν, σταμάτησα σε ένα φανάρι στη γειτονιά όπου μεγάλωσα, μέσα στο Opel Kadett του 1988. Δίπλα μου ήταν ένα νέο Touareg SUV και δίπλα ακριβώς από αυτό ένα σκουριασμένο Fiat του 1970 και κάτι. Από το πλάι ήρθε ένα 10χρονο γυφτάκι να πλύνει το παρμπρίζ. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι στο ίδιο σημείο. Ταυτόχρονα, και οι τέσσερίς μας ζούμε στην ίδια γειτονιά αλλά ανήκουμε σε εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Αυτό είναι χαρακτηριστικό για το Βελιγράδι. Η διασταύρωση είναι μία μεταφορά για τις διαφορές αυτές στη σύγχρονη Σερβική κοινωνία. Και η σκηνή με τους γύφτους στο "little Diana" είναι ένας φόρος τιμής σε ένα όμορφο ντοκιμαντέρ, το Pretty Diana, σε σκηνοθεσία του Boris Mitić. Είναι μία ταινία που μου θυμίζει τους Los Olvidados του Louis Buñuel.
Η αρχιτεκτονική έχει ένα πολύ σημαντικό ρόλο στις ταινίες σου. Στην Η Παγίδα, το βλέπουμε στη σκάλα με τα κάγκελα, στο σοσιαλιστικό περιβάλλον του νοσοκομείου… Από πού αντλείς αυτή την αγάπη για την αρχιτεκτονική;
Στον Κινούμενο Στόχο αυτοί οι μεγάλοι ουρανοξύστες από μπετόν αποτελούσαν έναν από τους τρεις βασικούς χαρακτήρες της ταινίας και σε ολόκληρη την ταινία, σε κάθε πλάνο, κρύβουν τον ουρανό. Οι περισσότεροι θυμούνται την ταινία για αυτό. Η Παγίδα δεν έχει κάποιο τέτοιο διακριτικό οπτικό στοιχείο αλλά πιστεύω ότι έχει μία ολοκληρωμένη οπτική αλληλουχία. Ενδιαφέρομαι πολύ για την αρχιτεκτονική και τα περισσότερα βιβλία που έχω είναι για την αρχιτεκτονική. Ίσως να διάλεξα λάθος επάγγελμα.

19.1.12

ΧΩΡΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ

HOMELAND

Παρασκευή 19/1/2012 Καρλόβασι
Σαββατοκύριακο 20-21/1/2012 Σάμος

Σκηνοθεσία: Σύλλας Τζουμέρκας
Σενάριο: Σύλλας Τζουμέρκας, Γιούλα Μπούνταλη
Παραγωγός: Μαρία Δρανδάκη, Θάνος Αναστόπουλος
Διεύθυνση Φωτογραφίας Παντελής Μαντζανάς
Μοντάζ: Πάνος Βουτσαράς
Μουσική: Drog_A_Tek
Σκηνικά - Κοστούμια: Μαγιού Τρικεριώτη
Παραγωγή Φαντασία  Οπτικοακουστική, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, ΕΡΤ, Pan Entertainment, DANZAprojekt, Ηomemade Films, με την υποστήριξη του Υ.ΜΑ.Θ.
Ήχος: Άρης Λουζιώτης, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Πάνος Βουτσαράς, Κώστας Βαρυμποπιώτης
Μακιγιάζ: Εύη Ζαφειροπούλου
Διανομή: Nutopia
Χώρα Παραγωγής: ΕΛΛΑΔΑ
Γλώσσα: Ελληνικά
Έτος Παραγωγής: 2010
Διάρκεια: 111'
Παίζουν: Αμαλία Μουτούση, Θάνος Σαμαράς, Ιωάννα Τσιριγκούλη,  Ερρίκος Λίτσης, Γιούλα Μπούνταλη, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Χρήστος Πασσαλής, Γιώργος Βαλαής, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Μαρία Καλλιμάνη


Κριτικές της ταινίας
1. Στη δεκαετία του 1970, σε κάποιο νοσοκομείο της Ελλάδας, μια οικογένεια θα αναγκαστεί να πάρει μια σκληρή απόφαση: να δώσει για υιοθεσία το νεογέννητο μωρό της μιας αδερφής, την οποία οι υπόλοιποι συγγενείς έκριναν ακατάλληλη για να μεγαλώσει και δεύτερο παιδί, στον ωριμότερο και πιο 'τακτοποιημένο' οικογενειακά αδερφό της. Μια εικοσαετία αργότερα, το μυστικό αποκαλύπτεται και οι δεσμοί της οικογένειας έρχονται σε ρήξη, ενώ η χώρα βρίσκεται σε έντονες κοινωνικές αναταραχές.
Μετά από μια επιτυχημένη και πολυβραβευμένη πορεία ως μικρομηκάς, ο Σύλλας Τζουμέρκας παρουσιάζει την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, «Χώρα Προέλευσης», ένα φιλόδοξο δράμα που βάζει στο στόχαστρό του τη (νεο)ελληνική οικογένεια και τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Φιλόδοξο τόσο ως αφηγηματική δομή όσο και ως περιεχόμενο. Από τη μια, ο θαρραλέος σκηνοθέτης αποπειράται να μας συστήσει μια ιδιότροπη φιλμική γλώσσα, κατακερματίζοντας την αφήγησή του με μανιασμένο μοντάζ που κάνει ασταμάτητα άλματα στο χρόνο, στο χώρο, αλλά και στα πρόσωπα των πολλών πρωταγωνιστών του. Από την άλλη, μέσω μιας ιδιαίτερης διαλεκτικής που προσπαθεί να αναπτύξει, επιχειρεί μια σύνδεση διαφορετικών μεταξύ τους στοιχείων, όπως για παράδειγμα της κοινωνίας με την οικογένεια ή του παρελθόντος με το παρόν.
Μόνο που ο Τζουμέρκας, εξαιτίας της υπερβολικής σιγουριάς του, βουτάει σε πολύ βαθιά σκηνοθετικά και σημειολογικά νερά και, παρόλο που στην αρχή φαίνεται ότι μπορεί να κολυμπήσει, σύντομα γίνεται αντιληπτό ότι ο πήχης έχει μπει πολύ ψηλά και τελικά η ταινία 'κουράζεται' και αδυνατεί να διαχειριστεί επάξια όλα αυτά με τα οποία θέλει να αναμετρηθεί. Η ένταση και ο ρυθμός της φρενήρους πρώτης πράξης εξαφανίζονται, τα σκηνοθετικά ευρήματα τελειώνουν, οι ερμηνείες κάνουν κύκλους και η δραματουργία μολύνεται με το μικρόβιο της εσωστρέφειας και αδυνατίζει σταδιακά πέφτοντας, ενίοτε, και σε αντιφάσεις. Η ουσιαστική σύνδεση της Ιστορίας με το Σήμερα και της κοινωνίας με τη 'μικρή κοινωνία', την οικογένεια, δεν έρχεται ποτέ. Όλος αυτός ο πληθωρισμός εννοιών, προσώπων και συναισθημάτων αποδεικνύεται υπεράνω του Τζουμέρκα και καταλήγει να λειτουργεί εναντίον της 'Χώρας Προέλευσης', χαρίζοντάς της εύκολα τον χαρακτηρισμό μιας 'φιλόδοξης αποτυχίας'.
Σημαντικότατο μειονέκτημα της ταινίας είναι η επιλογή του Θάνου Σαμαρά για το ρόλο του γιου που έχει μεγαλώσει νομίζοντας τον αδερφό του για ξάδερφο. Η απόφαση να κουβαλήσει στους ώμους του όλο το δραματουργικό βάρος της κορύφωσης της ταινίας συγκαταλέγεται στις λανθασμένες επιλογές του Τζουμέρκα, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την αδυναμία του ίδιου του ηθοποιού να ξεφύγει από τη μία και μοναδική υποκριτική μανιέρα που χρησιμοποιεί όλα αυτά τα χρόνια, καταλήγοντας να παίζει και πάλι τον εκκεντρικό και προβληματικό νεαρό άνδρα. Αντίθετα, η Ιωάννα Τσιριγκούλη, στον άλλο 'προβληματικό' χαρακτήρα της ταινίας, αυτόν της αδερφής που της πήραν το παιδί, διαπρέπει με εξαιρετική ωριμότητα ξεδιπλώνοντας το πηγαίο ταλέντο της στην μακράν καλύτερη ερμηνεία όλου του συνόλου των ηθοποιών.
Σπύρος Θωμόπουλος
.
2. Μια οικογένεια και μια χώρα στην ίδια πορεία, αυτή της ελεύθερης πτώσης. Δυο γυναίκες καλούνται να καθορίσουν την τύχη ενός μωρού. Η φυσική μητέρα κρίνεται ακατάλληλη από την οικογένειά της κι έτσι η θεία αναλαμβάνει τον ρόλο της τελευταίας. Η γενιά του ’50, η γενιά της μεταπολίτευσης και η νεότερη γενιά, μέσα από ένα στρόβιλο βίας, ανομολόγητων μυστικών κι ενοχής θα βρεθούν αντιμέτωπες με τις πράξεις τους αλλά και η μία απέναντι στην άλλη. Η «Χώρα Προέλευσης» μιλά ανοιχτά για όλα εκείνα που το ελληνικό σινεμά κάνει εδώ και χρόνια τα στραβά μάτια: την πολυεπίπεδη υποκρισία, την κοινωνία του ψέματος, την ιστορική ευθύνη και το (αβέβαιο) μέλλον. Και όλα αυτά, σε ένα φιλμ που είναι πολιτικό όσο είναι πολιτικά μη ορθό.
Μέσα από ένα δαιδαλώδες μοντάζ παράλληλων δράσεων, μελετημένο μέχρι το τελευταίο καρέ, το κουβάρι της ιστορίας ξετυλίγεται μπλέκοντας την μίνι-τραγωδία μιας ενδοοικογενειακής υιοθεσίας με την ιστορία του τόπου τα τελευταία τριάντα χρόνια. Αρχειακό υλικό από διαδηλώσεις, ειρηνικές και μη, εικόνες ξεσηκωμού και βίας, μπερδεύονται με το δράμα των χαρακτήρων, που κινούνται ανάμεσα σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, νοσοκομεία, δρόμους, πανεπιστημιακές και σχολικές αίθουσες. Με έναν εξίσου ακραία δουλεμένο ηχητικό σχεδιασμό, η αφήγηση, παρά το αρχικό σοκ του θεατή -που βρίσκεται ελαφρώς μετέωρος μεταξύ ιστοριών, σκηνών και κινηματογραφικού χρόνου- δένει συνεπώς με την ιστορία και τη φόρμα της ταινίας.
Ο Σύλλας Τζουμέρκας, στην πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους σκηνοθετεί ένα μεγαλοπρεπές μελόδραμα επιβεβαιώνοντας το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του. Ο μαξιμαλισμός στα μέσα του και στον τρόπο που σκηνοθετεί μπορεί να ξενίσει τον -συνηθισμένο σε πιο μίνιμαλ καταστάσεις θεατή- ωστόσο συμβαδίζει απόλυτα με τις προθέσεις του. Η «Χώρα Προέλευσης» στοχάζεται τελικά πάνω στην ελευθερία. Μπορεί αυτή να υπάρξει ή θα μεταλλάσσεται αέναα, υπό το βάρος νέων μυστικών; Η απάντηση στη σκοτεινή αίθουσα.

Φαίδρα Βόκαλη (e-go.gr)

12.1.12

Blue Valentine

Παρασκευή 13/1/2012 Καρλόβασι
Σάββατο 14 και Κυριακή 15/1/2012 Σάμος

 ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:
Derek Cianfrance
ΣΕΝΑΡΙΟ:
 Ντέρεκ Σιανφράνς, Τζόι Κέρτις, Κάμι Ντελαβίν

ΔΙΑΡΚΕΙΑ:
120 λεπτά
ΧΩΡΑ:
ΗΠΑ
ΠΡΕΜΙΕΡΑ:
 03-02-11
 ΔΙΑΝΟΜΗ:
 Seven Films

 ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ:
 Ryan Gosling
 Michelle Williams
 Mike Vogel
 John Doman
 Ben Shenkman


Κριτικές της ταινίας
1. Η βαθμιαία φθορά στη σχέση ενός ζευγαριού, μέσα από τρεις σημαντικές στιγμές της εξάχρονης συμβίωσής του, σε μια δοσμένη με λεπτομέρεια, οξυδέρκεια και ρεαλισμό και με έξοχες ερμηνείες ταινία.
Οι συζυγικές σχέσεις, από το ξεκίνημα ως τη σταδιακή φθορά τους, είναι στο επίκεντρο της θαυμάσιας αυτής μελαγχολικής ταινίας. Πρωταγωνιστές ένα συνηθισμένο ζευγάρι εργατικής τάξης: ο μπογιατζής Ντιν και η νοσοκόμα Σίντι. Η ταινία αρχίζει στο παρόν, με το ζευγάρι να έχει κλείσει έξι χρόνια γάμου κι ενώ η σχέση τους έχει ήδη φθαρεί.
Οι πρώτες σκηνές, με την αναζήτηση του εξαφανισμένου, και στη συνέχεια το θάψιμο του νεκρού σκυλιού του τετράχρονου κοριτσιού τους και την ιδιαίτερη συμπεριφορά του καθενός από τους δυο μάς αποκαλύπτουν την ήδη προβληματική σχέση τους και καθορίζουν την πορεία, αλλά και το μέλλον τους.
Σε μια σειρά φλας-μπακ χωρίς χρονολογική σειρά, που τα αναμιγνύει κάθε τόσο με το παρόν, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος, από τις αποκαλύψεις του Φεστιβάλ του Σάντανς, Ντέρεκ Σιανφράνς, παρακολουθεί το ζευγάρι μέσα από σκηνές επιλεγμένες για να φωτίσουν τις αλλαγές στη συμπεριφορά τους, από την αρχική ειδυλλιακή, όλο ενέργεια και αληθινό πάθος σχέση τους ως τη σταδιακή, αναπόφευκτη διάλυσή της.
Μια χαμηλών τόνων, μελαγχολική στην πραγματικότητα ταινία, με έξοχες ερμηνείες από τους δυο πρωταγωνιστές: τον Ράιαν Γκόσλινγκ, που τονίζει ιδιαίτερα το ρομαντισμό, την ενέργεια και τον αυθορμητισμό του Ντιν και τη Μισέλ Γουίλιαμς (υποψήφια για ΄Οσκαρ α' γυναικείου ρόλου), που υποβάλλει με ελεγχόμενη λεπτότητα όχι μόνο τις μικρές, διαρκώς αναπτυσσόμενες, διαφορές ανάμεσά τους, αλλά και την κουραστική καθημερινότητα της μητέρας και συζύγου με τις πολλές, συχνά αξεπέραστες ευθύνες. Συνολικά, μια ταινία δείγμα του πολύ καλού ανεξάρτητου κινηματογράφου που διαρκώς συρρικνώνεται.
Νίκος Φένεκ Μικελίδης

2. Ο Dean και η Cindy δεν είναι μεγάλοι σε ηλικία, ωστόσο, αν και μόλις τριαντάρηδες, δείχνουν ήδη γερασμένοι. Παραιτημένοι από τη σχέση τους, από την αγάπη τους, από τη ζωή. Εκείνη, γλυκιά και όμορφη μα πάντα ατημέλητη και κουρασμένη, δουλεύει σ' ένα νοσοκομείο χωρίς σημαντικές ιατρικές αρμοδιότητες. Εκείνος, κάποτε σίγουρα γοητευτικός, μα που έχει πλέον βαριεστημένα αφήσει τον εαυτό του να κατρακυλήσει, βγάζει τα προς το ζην μπογιατίζοντας σπίτια -η μόνη δουλειά που του επιτρέπει να πίνει μπύρες πριν καλά-καλά ξεκινήσει την εργάσιμη μέρα. Ζουν σ' ένα μοναχικό, μάλλον φτωχικό σπίτι έξω από τη Νέα Υόρκη, σαν ξένοι κάτω από την ίδια στέγη, μεγαλώνοντας την 5χρονη κόρη τους.
Βυθισμένοι και απορροφημένοι καθώς είμαστε στη ρουτινιασμένη, αβάσταχτα μουντή και άδεια καθημερινότητά τους, μας ξενίζει η πρώτη κινηματογραφική βουτιά στο παρελθόν τους. Είναι μόλις λίγα χρόνια πριν, μα μοιάζει σαν να βλέπουμε το παρελθόν δυο ολότελα διαφορετικών ανθρώπων: ένα παρελθόν ζωγραφισμένο με απαλά, φωτεινά χρώματα που η γκρίζα καθημερινότητα δεν έχει ακόμα αγγίξει. Πρώτα συναντούμε εκείνον, απερίγραπτα όμορφο και ανέμελο, γεμάτο ζωντάνια και ελπίδες να ψάχνει για δουλειά. Κι ύστερα βλέπουμε εκείνη, ακόμα μαθήτρια, ανεπιτήδευτα όμορφη και γεμάτη σιγουριά για το μέλλον της, τις σπουδές της και την ιατρική. Και παρακολουθούμε, χαμογελώντας ασυναίσθητα, τη μοιραία διαδρομή του ενός προς τον άλλον, μια διαδρομή τόσο φυσική και ταιριαστή, που όλα τα εμπόδια που εμφανίζονται στην πορεία τους μοιάζουν μικρά μπροστά στην χημεία τους. Και παρασυρόμαστε μαζί τους, χαμογελώντας χαζά, παρακούγοντας τη φωνή της λογικής, κι αφηνόμαστε κι εμείς στη ρομαντική επιμονή του Dean, στο παιχνιδιάρικο φλερτ τους, στην μοιραία παράδοση της Cindy, στο ελπιδοφόρο ξεκίνημα της κοινής τους ζωής. Και καθώς ακούμε τον Dean να της τραγουδά στον έρημο δρόμο το (τόσο σπαρακτικά συμβολικό) "You always hurt the one you love", και την βλέπουμε να χορεύει άτσαλα στο τραγούδι του, την πατάμε κι εμείς σαν ερωτευμένοι πρωτάρηδες, σαν να μην ξέρουμε εξαρχής το τέλος της ιστορίας, σαν να μην έχουμε ήδη δει την κατάντια της σχέσης τους, σαν μην ήμασταν μάρτυρες της επίπονα γκρίζας κατάληξής της.
Κι αυτό ακριβώς είναι που σε διαλύει στο «Blue Valentine»: Που δεν ξέρεις αν πονάς για την έλλειψη του έρωτα ή γιατί ξέρεις πως αυτός κάποτε υπήρξε. Γιατί δεν μπορείς να καταλάβεις αν η αγάπη τους ξεθύμανε πριν ακόμα ξεκινήσει ή αν πέθανε στην πορεία. Και γιατί συνειδητοποιείς ότι οι σχέσεις κάποτε τελειώνουν όχι γιατί κάποιος φταίει, αλλά γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι. Κι ακούγοντας το "You and Me" των Penny and the Quarters που με τόσο ενθουσιασμό ο Dean βιάστηκε να βαφτίσει 'το τραγούδι τους', θυμάσαι όλα τα τραγούδια που ήταν κάποτε 'μας' και τώρα μαζεύουν σκόνη σε κάποιο συρτάρι των αναμνήσεων. Και καταλαβαίνεις ότι το «Blue Valentine» είναι αληθινό, όχι γιατί περιγράφει ωμά κι επίπονα το τέλος μιας σχέσης, αλλά γιατί χώρεσε μαζί και την αρχή της
Μαριάννα Ράντου


15.12.11

ΣΙΩΠΗΛΟΣ ΓΑΜΟΣ



NUNTA MUTA 
ΚΩΜΩΔΙΑ, ΔΡΑΜΑ

Παρασκευή 16/12/2011 Καρλόβασι, Σάββατο 17-Κυριακή 18/12/11 Σάμος
 
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ
Horatiu Malaele
ΣΕΝΑΡΙΟ
Adrian Lustig
Horatiu Malaele
ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
 Meda Andreea Victor
 Alexandru Potocean
 Valentin Teodosiu
 Alexandru Bindea
 Ioana Anastasia Anton
ΔΙΑΡΚΕΙΑ
 87 λεπτά
ΧΩΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
Ρουμανία, Λουξεμβούργο

ΓΛΩΣΣΑ
Ρουμάνικα


ΠΡΕΜΙΕΡΑ
 17-06-10
ΔΙΑΝΟΜΗ
 PCV
Κριτική της ταινίας

Πίσω στην κομμουνιστική Ρουμανία του 1953, υπάρχει ένα μικρό χωριό, ξεχασμένο από τον Θεό, ακόμα κι από τη... 'μαμά ΕΣΣΔ'. Οι κάτοικοι είναι ελάχιστοι, όμως αρκετοί ώστε να γεμίζουν την πλατεία του χωριού και την εκκλησία, σε γάμους, κηδείες και βαπτίσεις. Συναντάμε το χωριό ανάστατο από τις προετοιμασίες για το γάμο ενός νεαρού ζευγαριού. Τα τραπέζια έχουν στρωθεί, η αυτοσχέδια μπάντα έχει ξεκινήσει να παίζει και η γαμήλια πομπή βρίσκεται καθ' οδόν. Ξαφνικά μπροστά τους εμφανίζεται μια πομπή οχημάτων του Ρωσικού Στρατού, που τους ανακοινώνει ότι ο Ιωσήφ Στάλιν πέθανε κηρύσσοντας εθνικό πένθος επτά ημερών. Οι κάτοικοι έχουν μια ώρα προθεσμία να μαζέψουν τις ετοιμασίες του γάμου και να κλειστούν στα σπίτια τους. Όμως κρυφά αποφασίζουν ότι τίποτα δεν θα διακόψει τη χαρά τους και ότι θα γιορτάσουν το γάμο των παιδιών. στα μουγκά.
Θανάσης Γεντίμης [cinemanews.gr]

Συνέντευξη του σκηνοθέτη
Γεννημένος το 1952, ο Horatiu Malaele είναι ένας από τους δημοφιλέστερους ηθοποιούς και σκηνοθέτες στη Ρουμανία.
Εργάζεται για περισσότερα από 10 χρόνια στο γνωστό και αξιόλογο Bulandra Theatre στο Βουκουρέστι. Εκεί έχει σκηνοθετήσει και πρωταγωνιστήσει σε έργα σπουδαίων θεατρικών συγγραφέων όπως του Τσέχωφ, Ιονέσκο , Μολιέρο, Γκολντόνι. Ο Horatiu Malaele έχει παίξει σε πάνω από 50 Ρουμάνικες ταινίες. Έπαιξε επίσης στην ταινία του Κώστα Γαβρά, ΑΜΕΝ, το 2002. Επίσης, είναι γελοιογράφος: έχει κάνει πάνω από 30.000 πορτρέτα και περισσότερες από 30 εκθέσεις στη Ρουμανία και στο εξωτερικό. Ο Σιωπηλός γάμος  είναι η πρώτη του ταινία ως σκηνοθέτης.
Είστε ένας καταξιωμένος ηθοποιός και σκηνοθέτης θεατρικών έργων.
Γιατί αποφασίσατε να σκηνοθετήσετε αυτήν την πρώτη σας ταινία;


Πιστεύω ότι όλοι οι ηθοποιοί, οι σκηνογράφοι, οι συγγραφείς, οι ποιητές, οι χορογράφοι και οι σκηνοθέτες παίζουν στον ίδιο κήπο. «Δεν είμαστε πολλοί, αλλά είμαστε όλοι από την Αθήνα,» είχε πει κάποτε ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Για να πας από τη μια μεριά του κήπου στην άλλη, είναι απλά ζήτημα χρόνου και τύχης. Εγώ αισθάνθηκα την ανάγκη να αφηγηθώ αυτήν την πραγματική ιστορία. Έλαβε χώρα στο «Ανατολικό Μπλοκ» την εποχή που η ανθρωπότητα είχε κατρακυλήσει σε μια περίεργη νωθρότητα. Δεν έχει σημασία σε ποιο μέρος εξελίχτηκε αυτή η τραγωδία. Θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε οποιοδήποτε μέρος της πατρίδας μου. Είχα αναφέρει την ιστορία σε πολλούς σκηνοθέτες, αλλά κατέληξα να γυρίσω την ταινία εγώ. Το σενάριο κέρδισε ένα βραβείο από το Εθνικό Κέντρο Κινηματογράφου της Ρουμανίας. Βρήκαμε ένα μικρό χρηματικό ποσό και ξεκίνησα κατευθείαν τα γυρίσματα.

Η βασική σκηνή της ταινίας, που είναι και ο τίτλος του έργου, είναι μεταφορική. Αντιπροσωπεύει την κατάσταση της Ρουμανίας όταν ήταν κάτω από τον ζυγό του κομμουνισμού;

Όχι, η Ρουμανία δεν υποχρεώθηκε ποτέ να μείνει σιωπηλή. Το δικαίωμα να μιλάει κανείς δυνατά και ξεκάθαρα ήταν υπό απαγόρευση. Ο λαός της Ρουμανίας όμως ψιθύριζε άλλο τόσο. Υπέφερε, αλλά πάντα διατηρούσε το χιούμορ του. Παραδόξως, όσο πιο πολύ καταπιεζόταν η χώρα αυτή, άλλο τόσο μας έβγαινε στην επιφάνεια ένα μαζοχιστικό χιούμορ.

Γιατί τοποθετήσατε την ιστορία αυτή στο 1953 όταν πέθανε ο Στάλιν; Θα φανταζόταν κανείς ότι τα πράγματα θα βελτιωνόταν από ‘κει και πέρα!

Αντιθέτως, «Πέθανε ο Βασιλιάς, να ζήσει ο Βασιλιάς!» Μόνο που άλλαξε ο δήμιος. Ο κόσμος συνέχισε να τρομοκρατείται από έναν νέο δικτάτορα. Έτσι απλά. Εγώ δεν είχα γεννηθεί τότε, αλλά ο πατέρας μου, ο οποίος πέθανε πριν δυο χρόνια, μου τα είχε πει πάρα πολλές φορές.

Τι στυλ θέλατε να δώσετε στην ταινία σας;


Σε καμιά από τις δουλειές μου δεν έχω πέσει θύμα κάποιου συγκεκριμένου στυλ, τάσης ή δόγματος. Η φόρμα του έργου βγαίνει από την ουσία του και η κάθε ιστορία βρίσκει την δική της απόχρωση. Ή μάλλον αποχρώσεις, γιατί η ζωή δεν είναι μονόχρωμη και πάντα απαιτεί πολλαπλές αλλαγές παλέτας. Η ταινία στρέφεται εναλλακτικά από την τραγωδία στην παρωδία και από την πραγματικότητα στην φαντασία. Οι ταινίες του Εξπρεσιονισμού μου κινούν το ενδιαφέρον ή μπορεί και να έχει να κάνει με αυτόν τον «φανταστικό ρεαλισμό» με την έννοια που περιγράφει τον εαυτό του ο συγγραφέας Γκάμπριελ Γκαρθία Μάρκες ως «ρεαλιστικός!» Στην Δυτική Ευρώπη, ο κόσμος έχει την τάση να ξεχνάει ότι η Ρουμανία είναι η χώρα του Ιονέσκο, του Σιοράν, του Μιρσέα Ελιάντ και του Μπρανκούσι. Ελάτε στην Ρουμανία για να πραγματοποιήσετε ό,τι έχετε στη φαντασία σας!
Όταν ο Iancu φιλάει την Mara πάνω από το σεντόνι, δίνει την εντύπωση ότι φιλάει ένα φάντασμα. Έχει να κάνει η ταινία σας με φαντάσματα;

Δυστυχώς όχι. Όλοι οι χαρακτήρες είναι δραματικά πραγματικοί. Το «Iancu» ήταν και θα παραμείνει για πάντα το όνομα του πατέρα μου.

Πώς διαλέξατε τους ηθοποιούς;

Τους γνώριζα ήδη. Με πολλούς είχα συνεργαστεί στο παρελθόν, ενώ τους υπόλοιπους είχα σκηνοθετήσει σε άλλα έργα. Όλα ήταν πολύπλοκα γιατί είχα μόνο 26 μέρες για να ολοκληρώσω τα γυρίσματα και πολλές σκηνές έπρεπε να στηθούν με ιδιαίτερο τρόπο. Γι'αυτόν τον λόγο διάλεξα την Μeda Victor για τον ρόλο της Mara, η οποία ήταν ήδη καταξιωμένη ηθοποιός και καταληκτική χορεύτρια. Ο Alexandru Potocean, που παίζει τον Iancu, ήταν ήδη μεγάλος ηθοποιός του οποίου η μοναδική προσωπικότητα φαίνεται από την ερμηνεία του στο έργο «4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Μέρες» του Cristian Mungiu. Πιστεύω ότι οι δυο αυτοί ηθοποιοί θα έχουν ένα λαμπρό μέλλον.

Πώς ακριβώς έχει επηρεάσει η διεθνής επιτυχία αυτού του «Ρουμανικού Νέου Κύματος» τον Ρουμανικό κινηματογράφο;

Οι ταινίες του Mungiu ή Puiu είναι μινιμαλιστικές. Αυτές οι ταινίες είναι το αποτέλεσμα ενός δυναμικού κινηματογραφικού παρελθόντος που είχε εκμηδενιστεί από την πολιτική κατάσταση της Ρουμανίας. Επίσης σημαντικό ρόλο στην αισθητική των ταινιών αυτών έπαιξε και το οικονομικό πρόβλημα. Η δική μου ταινία είναι διαφορετική.
[myfilm.gr]
 

8.12.11

Honey


ΤΟ ΜΕΛΙ
                    
Σκηνοθεσία: Semih Kaplanoglu
Σενάριο: Semih Kaplanoglu, Orçun Köksal
Φωτογραφία: Baris Ozbicer
Πρωταγωνιστούν:  Bora Altas, Erdal Besikçioglu, Tülin Özen, Ayse Altay, Alev Uçarer, Özkan Akcay, Selami Gökce, Adem Kurkut, Kamil Yilmaz
Διάρκεια: 103'
Έγχρωμη, Τουρκία, 2010

Διακρίσεις:
Βραβείο Χρυσής Άρκτου Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου 2010
Ειδικό Βραβείο Οικουμενικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ Βερολίνου 2010

Σημείωμα του σκηνοθέτη
Τριλογία του Γιουσούφ
Το Μέλι είναι η τρίτη ταινία της «Τριλογίας του Γιουσούφ». Η ιδέα για την τριλογία, μου ήρθε ενώ ξαναδιάβαζα ένα σενάριο το οποίο είχα γράψει καιρό πριν και που πάνω-κάτω μιλάει για την ιστορία του νεαρού Γιουσούφ, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο Γάλα. Ενώ διαμόρφωνα τον χαρακτήρα του Γιουσούφ, άρχιζα να σκέφτομαι τόσο το μέλλον του ως ενήλικα (στο Αυγό) όσο και το παρελθόν του ως μικρό παιδί (τώρα, στο Μέλι). Αυτές οι ιδέες με βοήθησαν στο να δώσω σάρκα και οστά στην τριλογία. Ξεκίνησα με το Αυγό, πιθανώς επειδή ήθελα να δείξω κατευθείαν την κύρια ουσία του χαρακτήρα του Γιουσούφ. Η τριλογία μπορεί να «διαβαστεί» ως ένα εκτεταμένο φλασμπάκ, ωστόσο καμία από τις τρεις ταινίες δεν είναι εποχής. Όλες διαδραματίζονται στη σύγχρονη Τουρκία, σε διάφορα μέρη, με μια ποικιλία στις σχέσεις όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί και με βάση τα οικονομικά δεδομένα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή. Τέλος, αποφάσισα να μη μιλήσω ούτε και να αποκαλύψω τα μυστηριώδη μέρη του χαρακτήρα του Γιουσούφ, την οποιαδήποτε εμφανή ή όχι σχέση των ταινιών μεταξύ τους, όπως και τα σκοτεινά στοιχεία που αυτές σίγουρα έχουν.
Οι εμπειρίες μου από το παρελθόν
Στο Μέλι, για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του Γιουσούφ χρησιμοποίησα πολλές από τις δικές μου εμπειρίες και θύμησες του παρελθόντος. Άρα, μπορώ να πω ότι ο Γιουσούφ έχει κάτι από εμένα. Προτίμησα να βασιστώ στα δικά μου νεανικά και παιδικά χρόνια ενώ έγραφα τα τρία σενάρια, και έτσι πιστεύω ότι δόθηκαν πιο πειστικά και ρεαλιστικά τα ζητήματα, τα προβλήματα και οι αναζητήσεις του Γιουσούφ. Ειδικώς για το Μέλι, οι αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων λειτούργησαν σε βαθμό απόλυτο. Τα προβλήματά μου στο σχολείο ενώ προσπαθούσα να μάθω πως να γράφω και να διαβάζω, οι απορίες μου για τον κόσμο των μεγάλων που έμειναν βέβαια αναπάντητες, η έντονη σκληρότητα που έβλεπα ότι υπάρχει στον κόσμο, η αφθονία της φύσης… Με έναν τρόπο, το μικρό παιδί διαμορφώνει την προσωπικότητα του ενώ ανακαλύπτει τον κόσμο με την περιέργειά του. Μέσα από περιστασιακές μικροπαρεξηγήσεις οδηγείται σε αφελή λάθη, σε όνειρα και παιχνίδια και σε μελαγχολίες που τον σπρώχνουν να βρει την αλήθεια. Και εύχομαι το Μέλι να μας προτρέψει να ν’ ανακαλύψουμε την αλήθεια του Γιουσούφ, που έχει ο καθένας μας.
Ένα ασυνήθιστο μέρος
Για τον Γιουσούφ και τον πατέρα του Γιακούπ, το δάσος αντιπροσωπεύει έναν παραμυθένιο κόσμο που ενέχει πολλά από τα μυστήρια της καρδιάς τους. Το δάσος είναι μια μαγική σφαίρα μέσα στην οποία πατέρας και γιος εξαφανίζονται και εμφανίζονται πίσω ξανά. Δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο μέρος, αυτοί όμως το περνούν καθημερινά γιατί πρέπει να ζήσουν. Είναι ένας άλλος κόσμος με μεγάλα γέρικα δέντρα, πολλά ιδιαίτερα πλάσματα, όπως μουλάρια και γεράκια που τους κρατάνε συντροφιά κατά το πέρασμά τους. Ήταν λίγο δύσκολο να βρω ένα μέρος που να υπάρχουν πολλά και ψηλά δέντρα με μεγάλους κορμούς. Προσπάθησα πολύ ώστε ν’ ανακαλύψω το μέρος που θα είναι και κατάλληλο για να τοποθετηθούν οι κυψέλες αλλά και να μπορεί να διαμορφώσει αυτό τον οπτικό κόσμο που ήθελα να αποτυπώσω στο Μέλι. Δούλεψα με το συνεργείο μου σε διάφορες δασικές εκτάσεις, ιδιαιτέρως σε εκείνες που γνωρίζαμε ότι βρίσκουν καταφύγιο οι μέλισσες εδώ και χρόνια. Αυτές ζουν σε κυψέλες 30-40 χιλιομέτρων απόσταση η μία από την άλλη, σε ποικίλα ύψη από το επίπεδο της θάλασσας, και όλες έχουν το χαρακτηριστικό γνώρισμα των πολλών ειδών δέντρων, στα οποία μένουν.
Γιακούπ ο μελισσοκόμος
Ο πατέρας του Γιουσούφ, ο Γιακούπ, είναι ένας μελισσοκόμος που παράγει ένα είδος μελιού, το οποίο θεωρείται από τα καλύτερα στον κόσμο και βγαίνει συγκεκριμένα στην περιοχή που ζει. Σε αυτό το θεραπευτικό μέλι βρίσκεται η ουσία ενός παλαιότερου κόσμου, μιας ανέγγιχτης φύσης και μιας ιερής γνώσης για τους κατοίκους της περιοχής. Παράγεται από ένα μικρό αριθμό μελισσοκόμων. Το επάγγελμα του Γιακούπ σύντομα όμως θα χαθεί. Πρόκειται για μια σκληρή δουλειά, στην οποία πρέπει να τοποθετεί τις ειδικώς κατασκευασμένες κυψέλες σε ψηλά δέντρα στις ορεινές περιοχές. Αυτή η δουλειά είναι και επικίνδυνη και εξαντλητική. Ο θαυμασμός του Γιουσούφ για τον πατέρα του οφείλεται βεβαίως στην αντισυμβατική δουλειά του. Κατά τη γνώμη μου, εδώ υπάρχει και η απάντηση για τη μελλοντική κλίση του Γιουσούφ στην ποίηση, όπως την είδαμε στις άλλες ταινίες της τριλογίας.
Η απουσία του πατέρα
Δε μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι έντονη η πατρική φιγούρα για τον Γιουσούφ στην «Τριλογία» του, από τη στιγμή που βλέπουμε καθαρά στο Μέλι ότι έχει μια πολύ δυνατή σχέση με τον πατέρα του. Το θέμα είναι, πώς ο Γιουσούφ θα βιώσει τη μετέπειτα φυγή του πατέρα του, με ποιο τρόπο δηλαδή θα διαχειριστεί αυτή την απουσία. Από ψυχαναλυτικής πλευράς, η πρόωρη απώλεια του πατέρα μπορεί να οδηγήσει τον Γιουσούφ να δομήσει μια σχέση, βασισμένη σε σταθερές αρχές, με τη μητέρα του ας πούμε, όπως δηλαδή συμβαίνει στο Γάλα. Μπορεί αυτός ο λόγος να κρύβεται στο εύθραυστο του χαρακτήρα του Γιουσούφ, την εσωστρέφεια και την αναποφασιστικότητα καθώς και την ενδεχόμενη επανεύρεση του εαυτού του, όπως τα παρακολουθούμε στο Αυγό. Όμως, όλα αυτά είναι θέματα ψυχολογικά, τα οποία δεν ελκύουν πάντα τις ιστορίες μου. Προσωπικά, προσπαθώ να αποδώσω και να απεικονίσω την κατάσταση που διαχειρίζομαι σε πιο πνευματικά επίπεδα. Παρά τον κατακερματισμό της ύπαρξής μας από την επιστήμη της ψυχολογίας και τον περιορισμό της ουσίας της ζωής σε αιτίες και επιδραστικές σχέσεις, προσπαθώ να βάζω στις ιστορίες μου μια ανώτερη δύναμη. ……………………………………………………………………….
Τα παιδικά χρόνια της ανθρωπότητας
Εάν καθορίζαμε τους σύγχρονους καιρούς σαν τα ενήλικα χρόνια της ανθρωπότητας, τότε μπορώ να πω ότι οι περιοχές στις οποίες γυρίστηκε το Μέλι έχουν ακόμη κάτι από τα παιδικά χρόνια της ανθρωπότητας. Δουλέψαμε σε ορεινά χωριά, τα οποία πολύ γρήγορα θα εγκαταλειφθούν από τους κατοίκους τους, αφού εξακολουθούν να ζουν με τις παραδόσεις άλλων εποχών και σε συνθήκες και κανόνες ζωής που έχουν καθοριστεί από τη φύση. Σε κάποια μέρη, είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια την καταστροφή των φυσικών πηγών νερού εξαιτίας της κατασκευής εγκαταστάσεων παραγωγής θερμικής ενέργειας. Αυτό είναι ένα πρόβλημα το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί το συντομότερο δυνατό.
……………………………………………………
Πνευματικός ρεαλισμός
Έζησα και έμαθα πολλά πράγματα αυτά τα τέσσερα χρόνια στη διάρκεια της προετοιμασίας, της παραγωγής, και της κυκλοφορίας των τριών ταινιών της «Τριλογίας του Γιουσούφ». Ήταν επίσης μια διαδικασία όπου διαμόρφωσα το προσωπικό μου σκηνοθετικό στυλ, το οποίο και κάπως αδόκιμα αποκαλώ «πνευματικό ρεαλισμό»…………………………………………………
Amafilms.gr
 

1.12.11

ΣΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ

 PERIFERIC / OUTBOUND

Είδος ταινίας
ΔΡΑΜΑ
Σκηνοθεσία
Bogdan George Apetri
Σενάριο
Bogdan George Apetri
Cristian Mungiu
Ioana Uricaru
Tudor Voican
Διανομή
New Star (Ελλάδα)
 
Χρονολογία παραγωγής
2010
Χώρα παραγωγής
ΡΟΥΜΑΝΙΑ, ΑΥΣΤΡΙΑ
Γλώσσα
ΡOYMANIKA
Διάρκεια
87'
Πρωταγωνιστούν:
Ana Ularu ... Matilda
Mimi Branescu ... Paul
Andi Vasluianu ... Andrei
Ioana Flora ... Lavinia
Timotei Duma ... Toma
Ingrid Bisu ... Selena
Marius Chivu ... Sofer taxi
Andrei Gheorghe ... Cosmin
Cristian Gras ... Matei
Damian Oancea ... Domnul Cezar
Cristian Olescher ... Daniel
Ioan Popescu ... Preot
Teodor Ratescu ... Luca
Oana Rusu ... Functionar inchisoare
Ion Sapdaru ... Virgil
Διακρίσεις
ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ- ΧΡΥΣΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ στο 51ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ- ΑΝΝΑ ΟΥΛΑΡΟΥ
ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΕΚΚ (ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΚΡΙΤΙΚΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ)
Κριτική της ταινίας
Η ρουμάνικη ταινία «Στις παρυφές» του Μπογκντάν Τζόρτζε Απέτρι, που κέρδισε το βραβείο καλύτερης ταινίας της κριτικής επιτροπής του φεστιβάλ καθώς και το βραβείο της Πανελλήνιας ΄Ενωσης Κριτικών Κινηματογράφου, ήταν αναμφισβήτητα μια από τις καλύτερες ταινίες του 51ου φεστιβάλ, μαζί με την τουρκική «Ζεφίρ» της Μπέλμα Μπας και την πολωνική «Το παρόραμα» του Μάρεκ Λέχκι.
Η ΄Αννα Ουλάρου, πρωταγωνίστρια της ταινίας «Στις παρυφές» του Μπογκντάν Τζόρτζε Απέτρι, κέρδισε το βραβείο ερμηνείας.
Εδώ και μερικά χρόνια ο ρουμανικός κινηματογράφος δεν σταματά να μας εκπλήσσει με την πρωτοτυπία και τη δύναμη των ταινιών του, όπως το «4 μήνες, τρεις βδομάδες και δύο μέρες» του Κρίστιαν Μουνγκίου, «Ο θάνατος του κυρίου Λαζαρέσκου» του Κρίστι Πούιου, «Αστυνομικός, επίθετο» του Κορνήλιου Παρουμπόιου. Είναι ταινίες γυρισμένες από μια νέα γενιά δημιουργών, που πέρα από τη φρεσκάδα της ματιάς τους, καταπιάνονται με τόλμη και ξεκάθαρο μυαλό με επίκαιρα θέματα που αφορούν τις σύγχρονες ευρωπαϊκές, και όχι μόνο, κοινωνίες.
Στην ίδια γραμμή πρέπει τώρα να τοποθετήσουμε και τον Μπογκντάν Τζόρτζε Απέτρι. Πρωταγωνίστρια της ταινίας είναι μια νέα γυναίκα, η Ματίλντα, που βγαίνει από τη φυλακή με προσωρινή άδεια για να παραστεί στην κηδεία της μητέρας της. Η ταινία εκτυλίσσεται σε ένα 24ωρο στη διάρκεια του οποίου η Ματίλντα συναντά τρία διαφορετικά πρόσωπα: τον Πολ, τον παντρεμένο αδερφό της, που προσπαθεί να τον πείσει ν' αναλάβει τη φροντίδα του 8χρονου γιου της, τον Αντρέι, τον νταβαντζή και πατέρα του γιου της, από τον οποίο ζητά το χρηματικό ποσό που της χρωστά για να μπορέσει να φύγει από τη χώρα και να πάρει μαζί της και τον γιο της, και τελικά τον γιο της, Τόμα, που τον ανακαλύπτει στο ορφανοτροφείο όπου τον είχε κλείσει ο πατέρας του.
Τίποτα όμως δεν λειτουργεί σωστά. Βρισκόμαστε σε μια κοινωνία αποξενωμένη, σε κρίση, οικονομική αλλά και αξιών, όπου η οικογένεια, το βασικό, δηλαδή, κύτταρό της, είναι τεμαχισμένη. Ο αδερφός αδιαφορεί για την πορεία της αδερφής του, ο πατέρας του παιδιού προσπαθεί μόνο να εκμεταλλευτεί τη γυναίκα ενώ εγκαταλείπει το παιδί του, το οποίο μεγαλωμένο σ' ένα τέτοιο περιβάλλον, δεν μπορεί να έχει παρά αντίστοιχες συμπεριφορές. Είναι ένα θέμα που απασχόλησε πολλές από τις ταινίες του φετινού διαγωνιστικού, από μικρές βασικά χώρες (Τουρκία, Δανία, Πολωνία, Ελλάδα κ.ά.).
Ο Απέτρι χρησιμοποιεί ένα απλό, άμεσο, νατουραλιστικό στιλ, που τονίζει ακόμη περισσότερο τη μιζέρια, την απανθρωπιά, τη μοναξιά και την απογοήτευση που επικρατούν στη σύγχρονη κοινωνία μας και που καθορίζουν την πορεία των ανθρώπινων σχέσεων. Μια πορεία που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην εκμετάλλευση, την εγκατάλειψη ακόμη και την προδοσία. Η ταινία του, βουτηγμένη σε μια μαύρη ατμόσφαιρα, είναι δοσμένη με οικονομία, πάθος, οξυδέρκεια και κριτική ματιά. Η νεαρή πρωταγωνίστριά του, Αννα Ουλάρου (δίκαια κέρδισε το βραβείο ερμηνείας του φεστιβάλ), εκφράζει μέσα από το πρόσωπό της αλλά και την όλη συμπεριφορά της την κακοποίηση, τον πόνο και το μαρτύριο που έχει περάσει.
ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ