15.3.12

Kabei: η μητέρα μας

Παρασκευή 16/3/2012 Καρλόβασι
Σάββατο 17 και Κυριακή 18/3/2012 Σάμος

Κατηγορία: ΔΡΑΜΑ

 Σκηνοθεσία: Yoji Yamada

 Σεναριο: Teruyo Nogami (βιογραφία),Emiko Hiramatsu (διασκευή),Yoji Yamada

Παίζουν: Sayuri Yoshinaga ... Kayo Nogami Tadanobu Asano ... Yamazaki Toru Mitsugoro Bando Rei Dan Denden Mitsuru Fukikoshi Tokie Hidari Koen Kondo Umenosuke Nakamura

Χώρα προέλευσης:  ΙΑΠΩΝΙΑ

Έτος 2008

Διάρκεια 133΄

Πρεμιέρα στην Ελλάδα:  24 -9- 2009
Διανομή: Nutopia Entertainment
Γλώσσα: Ιαπωνικά

Κριτικές της ταινίας

1. Στην Ιαπωνία του 1940, μια μοναχική μητέρα προσπαθεί να μεγαλώσει τα δύο μικρά παιδιά της ενώ ο προοδευτικός σύζυγος βρίσκεται στη φυλακή, σε μια ταινία δοσμένη με τρυφερότητα και συγκίνηση.
Οικογενειακό δράμα είναι και η 80ή αυτή ταινία του 77χρονου Γιότζι Γιαμάντα (Το κρυφό σπαθί του σαμουράι, Ο σαμουράι του λυκόφωτος). Βασισμένη σε μια αυτοβιογραφική νουβέλα του Τερούγιο Νογκάμι, παλιού συνεργάτη του Κουροσάβα, η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας οικογένειας (τη φορά αυτή αγαπημένης) πριν και στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο προοδευτικός καθηγητής, και πατέρας της οικογένειας, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται για «αντικαθεστωτικό» κείμενο (σχετικά με την εισβολή της Ιαπωνίας στην Κίνα) και η γυναίκα του αναγκάζεται να μεγαλώσει μόνη της τις δύο μικρές κόρες της. Την οικογένεια, εκτός από δύο συγγενείς -μια συμπαθητική θεία κι ένας κακότροπος θείος- θα βοηθήσει κι ένας ντροπαλός, πρώην φοιτητής του καθηγητή, που, στη συνέχεια ερωτεύεται σιωπηλά τη σύζυγο.
Ο Γιαμάντα επικεντρώνεται στον αγώνα της μητέρας για να κρατήσει δεμένη την οικογένεια, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα την ξεχωριστή σχέση ανάμεσα στα παιδιά και τον φυλακισμένο πατέρα. Πρόκειται για μια ταινία δοσμένη με τρυφερότητα, άνεση και συγκίνηση, με τον σκηνοθέτη να επιμένει στις λεπτομέρειες για να αφηγηθεί το δράμα της μοναχικής μάνας (με τη Σαγιούρι Γιοσινάγκα να δίνει μια γεμάτη ευαισθησία και δύναμη ερμηνεία) και να υποδηλώνει παρά να τονίζει τα αισθήματα, ταυτόχρονα αποφεύγοντας τους μελοδραματισμούς και τις λύσεις σαπουνόπερας.

 

1. Το «Καμπέι, η μητέρα μας» («Κabe», 2009) του βετεράνου Γιόζι Γιαμάντα (ανάμεσα στις άνω των 70 ταινίες του και ο υποψήφιος για ξενόγλωσσο ΄Οσκαρ Σαμουράι του λυκόφωτος) μας μεταφέρει στην αυτοκρατορική Ιαπωνία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εστιάζοντας στο πρόσωπο μιας μητέρας ( Σαγιούρι Γιοσινάγκα ) που θα δει την οικογένειά της να αποσυντίθεται στη δίνη της εθνικής παράνοιας (ο σύζυγός της συλλαμβάνεται από τις αρχές για την αντικαθεστωτική ιδεολογία του). Η χρόνια μάχη χωρίς ουσιαστικό στήριγμα που θα δώσει για να μεγαλώσει σωστά τις δύο κόρες της αναπτύσσεται σαν κέντημα, φτιάχνοντας το ολοκληρωμένο πορτρέτο μιας αφανούς ηρωίδας που μας παραδίδει δωρεάν μαθήματα δυναμισμού και αξιοπρέπειας. Παρά τα 133 λεπτά της η ταινία, που βασίζεται στις πραγματικές εμπειρίες της ηθοποιού Τερούγιο Νογκάμι (υποδύεται τη μία κόρη), δεν χάνει ποτέ το ενδιαφέρον της ενώ όση προσπάθεια και αν κάνεις για να συγκρατήσεις τα δάκρυά σου εντέλει δεν τα καταφέρνεις.
Γιάννης Ζουμπουλάκης, εφημερίδα το Βήμα 24/9/2011

3. Θεωρώ πολύ τυχερούς όσους επιλέξουν να δουν το Καμπέι. Είναι ένα έργο που θα το αγαπήσουν τόσο οι λάτρεις του ειδικού κινηματογράφου, όσο κι αυτοί που προτιμούν τις «ασφαλείς» γλώσσες, την εξής μία: τα αγγλικά! Πρόκειται για ένα οικογενειακό έπος ποτισμένο με αγνότητα, με ψυχική διαύγεια, με πολύ, πολύ καλοσύνη. Είναι ένα ξαναδιάβασμα του αμερικανικού κινηματογράφου της χρυσής εποχής των 1940-50, που ποτέ δεν χάνει την ιαπωνική του λεπτότητα. Αυτό το πάντρεμα σε κάνει να προσπερνάς με άνεση την μεγάλη διάρκεια, κυρίως επειδή δεν θα νιώσετε την ανάγκη να κοιτάξετε ποτέ το ρολόι σας...

Ελαφριά πολιτικά μηνύματα (σήμερα ελαφριά, κάποτε κοσμογονικά), ελαφρύ χιούμορ, πολύ τρυφερότητα και όλα τα συναισθήματα μιας ζωής που θα ήθελε αλλά δεν είναι καθόλου μονότονη. Ο Yoji Yamada ζωγραφίζει την εικόνα του με το χρώμα των πρώτων technicolor ιαπωνικών ταινιών (ανεπαίσθητο πράσινο), επιμένει στη λιτότητα κι όχι στην βαρύτητα των ερμηνειών, αλλάζει σκηνές και χρόνους με μαεστρία χωρίς να αφήνει ποτέ κενά και δεν πελαγοδρομεί ποτέ σε γεγονότα και πρόσωπα που απλά θα του χάριζαν περισσότερη διάρκεια στο μίνι-έπος του. Όσο ευαίσθητος είναι συναισθηματικά, δανειζόμενος την ψυχολογία της κεντρικής του ηρωίδας, τόσο ευαίσθητος είναι και πολιτικά. Νομίζεις ότι η ταινία είναι πολύ απλοϊκή για σήμερα κι όμως ο δημιουργός γνωρίζει ότι ένα μάθημα απλής μνήμης είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να δώσει σε ένα ευρύ κοινό κι όχι μονάχα σε ένα ειδικό.

Είναι από τις φορές που νιώθεις τόσο οικείο έναν τόσο μακρινό πολιτισμό. Όπως και στις πρώτες ταινίες τού Zhang Yimou, ο Yamada προσέχει να παρέχει οικουμενικότητα στη δομή, στη νοηματική και στην θεματολογία του. Ποτέ δεν είναι επιτηδευμένος ή φορτικός παρά του ότι το δράμα του προσφέρονταν για αυτό. Μονάχα στις τελικές σκηνές υποπίπτει σε αυτό το «παράπτωμα», αλλά είναι λογικό πως αναζητούσε έναν δυνατό τρόπο να κλείσει το πολύωρο στόρι του. Η ταινία κουβαλάει χρόνια εμπειρίας μέσα της κι ο Yamada δεν είναι χθεσινός. Δείτε την καλύτερη ταινία του, μια πρώτης τάξης ευκαιρία να έρθετε κοντά με την καλή πλευρά της παγκοσμιοποίησης. Γιατί ο δημιουργός μάς θυμίζει πως δεν υπερτερεί η ιαπωνική ταινία, αλλά ο παγκόσμιος κινηματογράφος.

Σταύρος Γανωτής  [
cine.gr]


4.3.12

Υπογραφή


Ο αργός θάνατος ενός αληθινού καλλιτέχνη 

Παρασκευή 9/3 Καρλόβασι
Σαββατοκύριακο 10,11/3/12 Σάμος

Είδος: ΔΡΑΜΑ
Σενάριο - σκηνοθεσία:
 ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ
Μουσική:  ΝΙΚΟΣ ΚΥΠΟΥΡΓΟΣ (ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΚΑΜΕΡΑΤΑΣ – ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ)
Διανομή: Feelgood Entertainment
Χώρα Παραγωγής: ΕΛΛΑΔΑ
Γλώσσα: ΕΛΛΗΝΙΚΑ,ΓΑΛΛΙΚΑ, ΑΓΓΛΙΚΑ
Έτος Παραγωγής:  2010
Διάρκεια: 130'

Παίζουν

Γ ιώργος Χωραφάς, Μαρία  Πρωτοπαππά, Αλεξία Καλτσίκη , Νίκος Κουρής, Δημήτρης Λιγνάδης, Μarco Gastine,  Jerome Keen, Εύρη Σωφρονιάδου,  Νίκος Δούκας, Θοδωρής Γκόνης,  Βάσω Καβαλιεράτου, Στάθης Κοκκορης, Χρήστος Σουγγαρης
έκτακτη  συμμετοχή: Μιχαλης Μητρούσης
Κριτική της ταινίας
 Η Υπογραφή του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου είναι ένα ερωτικό δράμα μοιρασμένο ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Αξιοθαύμαστα ομοιογενές ως προς το ύφος (η φωτογραφία του Ηλία Κωνσταντακόπουλου συμβάλλει τα μάλα), απογοητευτικά ασταθές ως προς τη δραματουργία. Η μυθοπλασία του οργανώνεται γύρω από ένα μυστικό σχετικά την πατρότητα ενός έργου τέχνης, χωρίς όμως το απαραίτητο σασπένς που θα ενέπλεκε τον θεατή σε μια συναρπαστική περιπέτεια.
Μια ιστορικός τέχνης, η ΄Αννα, ετοιμάζει ένα αφιέρωμα στη ζωγράφο Μαρία Δήμου, που ο θάνατός της παραμένει μυστήριο. Η ΄Αννα πλησιάζει τον 60χρονο ΄Αγγελο, που υπήρξε σύντροφος της Δήμου, για να μάθει λεπτομέρειες για τη σχέση τους.
Ο ΄Αγγελος και η Μαρία γνωρίστηκαν στο Παρίσι και ερωτεύτηκαν παθιασμένα. Αυτός ζούσε σε μια γειτονιά καλλιτεχνών, σε ένα μικρό διαμέρισμα - ατελιέ. Αυτή ασχολιόταν με το θέατρο, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να κάνει καριέρα ως ζωγράφος. Ο ΄Αγγελος, που ένιωσε τον έρωτα σαν ένα διαρκές και απόλυτο δόσιμο στον άλλον, θυσίασε την καριέρα του για χάρη της Μαρίας, που δεν είχε ταλέντο σαν το δικό του. Η σχέση τους άρχισε να γίνεται προβληματική όταν εμφανίστηκε ανάμεσά τους ένας νεαρός αρχιτέκτονας... ΄Ολα αυτά στο παρελθόν. Στο παρόν, η ΄Αννα σκαλίζει επικίνδυνα τη βαθιά πληγή του ΄Αγγελου, όταν ανακαλύπτει ότι η υπογραφή πάνω σε έναν πίνακα της Δήμου είναι μεταγενέστερη.
Στην Υπογραφή οι ηθοποιοί είναι ανυπεράσπιστοι, γιατί οι χαρακτήρες δεν εξελίσσονται. Οι διάλογοι εξηγούν στον θεατή τι έχει συμβεί στη ζωή των ηρώων, γιατί έχουν αντικαταστήσει τη δράση, ενώ ο εσωτερικός ρυθμός είναι το ζητούμενο μέχρι την τελευταία, αληθινά ξεχωριστή, σκηνή της ταινίας.
Δημήτρης Mπούρας

Σημείωμα του σκηνοθέτη
Η ταινία η Υπογραφή καταγράφει την πορεία δύο ανθρώπων στην προσπάθειά τους να αλλάξουν τη ζωή τους, να υπερβούν επιλογές που φάνταζαν οριστικές και δεσμευτικές, να αρνηθούν ρόλους και ταυτότητες, εγχείρημα που θα καταλήξει στη συντριβή τους. Ο Άγγελος και η Μαρία, πριν συναντηθούν ορίζουν δύο αντιθετικές περιπτώσεις του Είναι. Αυτός, ταλαντούχος χωρίς στήριξη και βοήθεια όμως, υποχρεωμένος να ζει στο σκοτάδι του καθημερινού βιοπορισμού. Εκείνη, με στήριξη και βοήθεια, που της προσφέρουν την επιθυμητή λάμψη του εφήμερου. Θα συναντηθούν και θα προσπαθήσουν να απελευθερωθούν από το βάρος των επιλογών τους. Η ανάγκη του Άγγελου, ως δημιουργού πλέον, να διεκδικήσει την ταυτότητά του και η ανάγκη της Μαρίας να σαρκώσει τη δική της ταυτότητα με πραγματική δημιουργία, ξαναβάζουν στη ζωή, με δραματικό τρόπο, αυτό που θέλησαν να αγνοήσουν, να υποβαθμίσουν: το ήθος σαν στάση ζωής. Αυτό που θα τους σώσει είναι ο έρωτας με το ούτως ή άλλως ενυπάρχον ήθος του. Ο περίγυρος όμως έχει κατανείμει ρόλους και ταυτότητες, θέλει να επιβεβαιώνεται η «εικόνα», αδιαφορεί για την ουσία της ύπαρξης. Ο Δημήτρης Ορφανός δεν κάνει τίποτα άλλο από το να απαιτεί να ανταποκριθούν σε αυτό που επιτάσσει το συλλογικό, έστω και ως λανθάνον,  απέναντι στο ατομικό:  να υποστασιοποιούν τον κοινωνικό τους ρόλο.
Με όχημα την αφήγηση του Άγγελου, μορφικά, η ταινία εκτυλίσσεται μέσα από τη σύμπλευση παρόντος-παρελθόντος μέσα από επιλεκτικές καταδύσεις της μνήμης στον πάγο της ιστορίας για να ανασύρει και να επανασυναρμολογήσει στο παρόν το άλλο πρόσωπο της ίδιας ιστορίας.
Την πρόφαση για την αναθεώρηση των πραγμάτων παρέχει η αναδρομική έκθεση και το λεύκωμα-αφιέρωμα προς τιμήν της ζωγράφου. Και τα δύο, εξ’ ορισμού, επινοούν και τοποθετούν την «αλήθεια» τους στη θέση μιας πραγματικότητας που ο χρόνος ολοένα καθιστά πιο δυσπρόσιτη, ελάχιστα απτή και επικίνδυνα επαγωγική. Αναδρομή και αφιέρωμα, έννοιες καθ’ ολοκληρίαν διάτρητες, καταδικασμένες να αλιεύουν στερεότυπες εικόνες από ένα παρελθόν που ελάχιστα έχει να κάνει με το βιωμένο χώρο του ανθρώπου. To βιωμένο χώρο ως τόπο του πάθους και της ίδιας της περιπέτειας της ζωής και όχι της περιγραφής της. Αυτά τα στοιχεία-κάτω και από την πίεση της Άννας-θα φέρει στην επιφάνεια ο Άγγελος.
Ο Άγγελος παραμένει ξεχασμένος στο σκοτάδι του μέχρι που έρχεται η Μαρία να τον τραβήξει στο φως. Η επίδρασή της διττή και διχαστική. Μέσα από τον έρωτα αναζωπυρώνει τη φλόγα της δημιουργίας, πυροδοτεί τη ζωή. Από την άλλη όμως «δανείζει» στον εαυτό της και τον Άγγελο μια δημόσια εικόνα που συγχέει ταυτότητες και ρόλους, αναιρεί την ουσία του Είναι και τελικά κακοφορμίζει-μεσ’ την ενοχή- τον ίδιο τον έρωτα. Η Αρκαδία, ως κυριολεξία αλλά και ως ουτοπία, θα τους προσφέρει ένα προσωρινό καταφύγιο,  θα αποδειχθεί όμως για άλλη μια φορά πως παραμένει πάντα στο επίπεδο του φαντασιακού, ακριβώς όπως και στις ειδυλλιακές εικόνες του Πουσέν αλλά και στα όνειρα του Γκαίτε.
Η έξοδος στο φως για τον Άγγελο είναι ταυτόχρονα παράδεισος και κόλαση. Σαν τα “Σκισμένα Πρόσωπα” της έκθεσής του, σχοινοβατεί σ’ ένα εφιαλτικό μεταίχμιο αντιθέσεων. Στο τέλος ο Άγγελος –αν και του δίνεται η δυνατότητα-επιλέγει να μείνει στο σκοτάδι, αρνείται να ξαναγράψει την ιστορία, δεν αποκαθιστά την αλήθεια. Θυσιάζει τη δική του ταυτότητα προκειμένου να μείνει αλώβητη η δημόσια εικόνα της Μαρίας.
Έχει προηγηθεί βέβαια η θυσία της Μαρίας όταν επωμίζεται τη λύση του δράματος, όταν κατά κάποιο τρόπο προσφέρει τη λύτρωση στον Άγγελο. Αλλά και η πράξη του Άγγελου, έστω εκ των υστέρων, υιοθετεί μια δίσημη συνθήκη που αφ’ ενός οριοθετεί, εγκλωβίζει την αλήθεια στο χώρο του ιδιωτικού και αφ’ ετέρου, δημόσια, δεν κλονίζει στερεότυπα και πλάνες. Δεν λέει ψέματα, απλά επιβεβαιώνει πως το όμορφο δεν είναι κατ’ ανάγκην και αληθινό. Σε αντίθεση με την Άννα που πιστεύει πως το ήθος ορίζει, διέπει ως ενυπάρχον, οτιδήποτε το αισθητικό. Η σύγκρουση μεταξύ τους εκτείνεται ανάμεσα σε δύο ακραία αντιθετικούς πόλους. Η αναλυτική σκέψη της Άννας έχει σαν οδηγό τα Πλατωνικό «το όμορφο είναι το απαύγασμα του αληθινού» και η συνθετική πράξη του ζωγράφου Άγγελου ενστερνίζεται την άποψη του Σαρτρ ότι «η τέχνη όπως πάντα ψεύδεται για να είναι αληθινή».
Η στάση του Άγγελου έχει συνέπεια, δεν στερείται ήθους. Είναι ένας άνθρωπος που λούστηκε στην αγάπη, την ακολούθησε στις νομοτέλειές της και δεν φοβήθηκε να καεί στο φως της. Στην αγάπη λογοδοτεί και αυτήν υπερασπίζεται. Η Άννα αλλά και οι θεατές της ταινίας παρακολουθούν τη ζωή του Άγγελου και της Μαρίας από τη στιγμή που διασταυρώνονται οι δρόμοι τους. Ο Άγγελος παρουσιάζει την πορεία τους μέσα από τρεις τρόπους. Αφηγείται, σήμερα, κατευθείαν στην κάμερα την ιστορία. Σχολιάζει off κομμάτια της ιστορίας που επιλέγει η μνήμη του. Ανασυνθέτει, ασχολίαστα, μια γραμμική εκτύλιξη του παρελθόντος. Ταυτόχρονα, στο παρόν χτίζεται σιγά-σιγά η προσωπικότητα του Άγγελου. Μέσα από τη γνώση της προσωπικότητάς του γίνεται δυνατή πλέον η ερμηνεία και διαλεύκανση στάσεων  και συμπεριφορών του παρελθόντος. Κλειδί για την κατανόηση ορισμένων πραγμάτων είναι το ζωγραφικό έργο του Άγγελου. Οι επιλεγμένοι πίνακες που αποκαλύπτονται στην κάμερα παρουσιάζουν την ιδιόμορφη και ενορατική σύνθεση μεταξύ της πραγματικότητας και της πρόσληψής της από τον Άγγελο. Σαν μέσα από κάτοπτρο ο Άγγελος κοιτά τη ζωή του, κοιτά  τη σχέση του με τη Μαρία.
Το βλέμμα του πρισματικό, προφητικό συλλαμβάνει το “εσωτερικό ταξίδι”, την αθέατη πλευρά της ιστορίας. Γίνεται έτσι η ζωγραφική ένα μετωνυμικό σχόλιο πάνω στην αφήγηση και η ίδια η ταινία μια μετωνυμία της εικαστικής αναπαράστασης της. Η ταινία εγκαθιστά το διφορούμενο στη σχέση παρόντος/παρελθόντος. Συνθέτει στο παρελθόν μια νέα πραγματικότητα, μια καινούρια ιστορία και αποσυνθέτει στο παρόν αυτό που μόλις έστησε σαν πραγματικότητα του παρελθόντος. Κάθε εξιστόρηση του χθες από τον Άγγελο προϋποθέτει μια επιλογή, υιοθετεί μια στάση. Σήμερα η Άννα και ο θεατής, συχνά διακριβώνουν πως σημασία έχει ό,τι έμεινε έξω από τις επιλογές του Άγγελου, αυτό που δεν έγινε αντικείμενο των ιστοριών του. Κι εδώ εστιάζεται η προσοχή της Άννας: να ανακαλύψει τη στάση του αφηγητή, τον ίδιο τον αφηγητή. Στο τέλος δε, θα επιχειρήσει ακόμη και να υποκαταστήσει τον αφηγητή κάτι που θα της αρνηθεί όμως ο Άγγελος.
Ίσως ο λόγος του ποιητή “πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νους, κι έπειτα η καρδιά να αισθανθεί ό, τι ο νους συνέλαβε” να χαρακτηρίζει το παρόν στην ταινία και τον τρόπο που το παρόν κοιτά το παρελθόν. Φως και σκοτάδι, καρδιά και νους παρουσιάζονται μεν σαν αντιθετικά δίπολα, δεν παύουν όμως να συνυπάρχουν στην πραγματικότητα. Ένα παρελθόν παραδομένο στις επιταγές της καρδιάς κλείνει μ’ ένα στοχαστικό παρόν που διεκδικεί το νηφάλιο λογισμό των έργων της αγάπης.  
Myfilm.gr
 

1.3.12

Ο θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του

Παρασκευή 2/3/12 Καρλόβασι
Σάββατο 3 και Κυριακη 4/3 Σάμος

Η οδύσσεια των σπηλαίων 

Σκηνοθεσία:
Απιτσατπόνγκ Ουερασεθακούλ [Apichatpong Weerasethakul]
Σενάριο: Apichatpong Weerasethakul
Φωτογραφία: Yukontorn Mingmongkon , Sayombhu Mukdeeprom
Μουσική: Armand Amar
Μοντάζ: Lee Chatametikool
Πρωταγωνιστούν:  Thanapat Saisaymar, Sakda Kaewbuadee, Jenjira Pongpas
Διάρκεια: 114'
Έγχρωμη, Ταϊλάνδη, 2010

Διακρίσεις:
  • Χρυσός Φοίνικας Καλύτερης Ταινίας στο 63ο Φεστιβάλ των Καννών (2010)
  • Επίσημη συμμετοχή στο 51ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (2010 - "ΗΜΕΡΕΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ")
Κριτική της ταινίας
Στην ταϊλανδέζικη ζούγκλα, ο βαριά άρρωστος Μπούνμι αρχίζει να δέχεται επισκέψεις από τον κόσμο των πνευμάτων και να ανακαλεί τις προηγούμενες ζωές του.
Βουδιστική απλότητα, αφηγηματική ελευθερία κι ένας ιδιόμορφος μαγικός ρεαλισμός. Αυτάρεσκο, εσωστρεφές, αλλά απόλυτα πρωτότυπο σινεμά.(Χρήστος Μήτσης, Αθηνόραμα).

Μια συνομιλία με το σκηνοθέτη

Τι σημαίνει για σένα το βορειοανατολικό κομμάτι της Ταϊλανδής; Και τι είναι αυτό που σε ενέπνευσε για να κάνεις την ταινία;
Λίγα χρόνια πριν, όταν ζούσα στη βορειοανατολική Ταϊλάνδη, είχα συναντήσει τον Θείο Μπούνμι. Ο μοναχός ενός μοναστηριού, που ζούσε κοντά στο σπίτι μου, μου είχε πει ότι είναι ένας γέρος άνδρας ο οποίος είχε φτάσει στο ναό για να συμμετάσχει στις δραστηριότητες του και να κάνει εκεί την περισυλλογή του. Μια μέρα αυτός ο άντρας, ο Μπούνμι, πήγε στο μοναχό και του εξομολογήθηκε ότι ενώ βρισκόταν πολύ βαθιά μέσα στην περισυλλογή του είδε να περνούν από μπροστά του όλες οι προηγούμενες ζωές του σαν σε ταινία. Είδε και ένιωσε τον εαυτό του ως βούβαλο, ως αγελάδα, να περιπλανιέται περισσότερο σαν πνεύμα παρά σα σώμα στις τριγύρω πεδιάδες της βορειοανατολικής πλευράς της χώρας. Ο μοναχός εντυπωσιάστηκε αλλά δεν έμεινε έκπληκτος καθότι ο Μπούνμι δεν ήταν ο πρώτος άνθρωπος που του έλεγε τέτοιες εμπειρίες. Όλα αυτά τα χρόνια είχε συλλέξει ιστορίες από χωριάτες, που είχαν μοιραστεί μαζί του τις προηγούμενες ζωές τους. Αργότερα, έκδωσε ένα μικρό βιβλίο. Στο εξώφυλλο έγραφε «Ο άντρας που θυμάται τις προηγούμενες ζωές του». Δυστυχώς, ώσπου να αποκτήσω το βιβλίο ο Μπούνμι είχε φύγει από αυτό τον κόσμο μερικά χρόνια νωρίτερα («A man who can recall past lives» by Phra Sripariyattiweti Sang Arun Forest Monastery, Khon Kaen, εκδόθηκε στις 23 Αυγούστου 1983).
Σε όλες τις ταινίες σου έχεις ενσωματώσει πολλά αυτοβιογραφικά σου στοιχεία. Κάτι όμως που γίνεται σε μικρότερο βαθμό στην περίπτωση του «Θείου Μπούνμι…».
Συγκρίνοντας τον κινηματογραφικό «Θείο Μπούνμι» με αυτόν, που υπάρχει στο βιβλίο, θα παρατηρήσεις ότι υπάρχει πολύ από μένα σε αυτόν. Στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να μείνω πιστός στην πρωτότυπη πηγή. Πέρα από την εναλλαγή των προηγούμενων ζωών ήθελα να τοποθετήσω τον Θείο Μπούνμι στο παρασκήνιο και να στηριχθώ στους βασικούς μου ηθοποιούς, την Jen και τον Tong, που έπαιζαν σαν μάρτυρες του «περάσματος» αυτού του ανώνυμου άντρα. Η ταινία δεν είναι για τον Μπούνμι αλλά μια δική μου ιδέα για τη μετενσάρκωση. Είναι φυσικό αυτή η ιδέα να ξεδιπλώνεται με σεβασμό μέσω του κινηματογράφου με τον οποίο μεγάλωσα. Ένας κινηματογράφος όμως που βυθίζεται ή και πεθαίνει. Για μια ακόμη φορά η φιγούρα του πατέρα μου μπήκε μες στην ταινία. Και ο ίδιος έπασχε από οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Για να καταλάβεις, όλος ο ιατρικός εξοπλισμός που υπάρχει στην κρεβατοκάμαρα του Θείου Μπούνμι, είναι μια προσομοίωση εκείνου που είχε ο πατέρας μου.
Για άλλη μια φορά επέλεξες να δουλέψεις με κανονικούς ηθοποιούς αλλά και με δυο ερασιτέχνες στους πρώτους ρόλους (του Θείου Μπούνμι και της Huay). Αλήθεια, με τι κριτήριο επέλεξες τους ηθοποιούς στην ταινία σου; Προέρχονται όλοι από τη βορειοανατολική Ταϊλάνδη;
Μόνο ο Tong δεν είναι από την περιοχή. Είναι ο μοναδικός, που δεν μιλάει τη βορειοανατολική διάλεκτο. Κατ’ εμέ, ο Μπούνμι είναι ανώνυμος. Άρα δεν θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω επαγγελματία ηθοποιό, που έχει άλλη ταυτότητα, διαφορετική από την περιοχή. Πιστεύω ότι ο ερασιτεχνισμός είναι μοναδικός όταν στοχεύεις σε ένα ατόφιο αυθεντικό ερμηνευτικό στυλ. Έτσι, επιλέγω ανθρώπους από όλες τις τάξεις, όλα τα σκαλοπάτια της ζωής. Κατ’ αυτό τον τρόπο, κατέληξα σε έναν οξυγονοκολλητή και μια τραγουδίστρια για να παίξουν τον Μπούνμι και τη Huay.
Ωστόσο, ο τίτλος της ταινίας αναφέρεται στις προηγούμενες ζωές του Θείου Μπούνμι, που ποτέ δεν εξηγούνται ή δεν περιγράφονται ποιες είναι.
Αρχικά, το σενάριο εξηγούσε καθαρά ποιες είναι και ποιες δεν είναι οι προηγούμενες ζωές. Αλλά στην ταινία αποφάσισα να σεβαστώ τη φαντασία του κοινού. Φυσικά, αφού την δει κάποιος μπορεί να πει ότι ο Μπούνμι είναι ο ταύρος ή η πριγκίπισσα. Μα για μένα θα μπορούσε να είναι ο κάθε ζωντανός οργανισμός που υπάρχει στην ταινία, τα ζωύφια, οι μέλισσες, ο στρατιώτης, το γατόψαρο και ούτω καθεξής. Θα μπορούσε ακόμη να είναι ο δικός του ο γιος  (Φάντασμα Πίθηκος) και η δική του η γυναίκα (Φάντασμα). Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ταινία μπορεί να μιλήσει για τη σχέση μεταξύ κινηματογράφου και μετενσάρκωσης. Ο κινηματογράφος είναι ένας τρόπος να δημιουργήσεις εναλλακτικούς κόσμους, άλλες ζωές.
Η κινηματογραφική σου γλώσσα στο Θείο Μπούνμι…σέβεται ένα συγκεκριμένο σινεμά, εκείνο της νεότητάς σου. Ποιο είδος κινηματογράφου έχεις στο μυαλό σου; Το Ταϊλανδικό;
Ήμουν ήδη αρκετά μεγάλος όταν πρόλαβα τα τηλεοπτικά σόου, που συνήθως γυρίζονταν σε 16άρι φιλμ. Πραγματοποιούνταν σε στούντιο με δυνατό φωτισμό. Οι πλοκές των ιστοριών τους ενέπνεαν τους ηθοποιούς να επαναλαμβάνουν μηχανικά τα λόγια τους. Τα τέρατα ήταν πάντα στο σκοτάδι ώστε να κρύβουν τα φτηνά χειροποίητα κουστούμια τους. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα φωτισμένα ώστε το κοινό να μπορεί να τα ξεχωρίζει. Το μόνο που έκανα για καιρό είναι να βλέπω τα παλιά θρίλερ τρόμου, όταν ήδη γύριζα ταινίες. Σκέφτομαι ακόμη ότι τα Ταϊλανδικά βιβλία κόμικ με έχουν επηρεάσει εξίσου. Οι πλοκές τους δεν ήταν ποτέ μπερδεμένες – τα φαντάσματα ήταν πάντοτε κομμάτι των περιοχών, όπου αναπτύσσονταν οι ιστορίες. Και νομίζω ότι είναι ακόμη έτσι στη σημερινή εποχή.
H ταινία κινείται σε διάφορα επίπεδα στον τόνο και το ύφος της, κάποιες φορές είναι περίπου κωμική και ειρωνική, άλλες φορές πολύ σοβαρή και με διάρκεια.
Αγαπώ τις ταινίες μου που λειτουργούν ως συνειδησιακό κύμα, που μπορούν να κινούνται από το ένα είδος στο άλλο. Νομίζω ότι είναι σημαντικό να τονιστεί αυτή η ευελιξία όταν η ουσία της ταινίας μιλάει για τη μετενσάρκωση, για τα περιπλανώμενα πνεύματα.
Μιλάς για το ενδιαφέρον σου περί «ανταλλαγής των ψυχών». Αυτό σου έρχεται στο μυαλό ειδικά στις τελευταίες σκηνές της ταινίας. Συμβαίνει στην Jen και τον Tong;
Η συγκεκριμένη σκηνή επεμβαίνει στους χρόνους της ταινίας και τα σημεία αναφοράς της. Ελπίζω ότι στο τέλος το κοινό θα θελήσει να συμμετάσχει σε αυτή την ανταλλαγή.
Τα φαντάσματα και τα φανταστικά πλάσματα εμφανίζονται και στις πρώτες ταινίες σου όπως στο Tropical Malady. Όμως στο Θείο Μπούνμι… έχουν κεντρική θέση. Μπορείς να το σχολιάσεις αυτό;
Η ταινία επικεντρώνεται σε πεποιθήσεις που βασίζονται σε διάφορα παγκόσμια στοιχεία τα οποία είναι αληθινά κομμάτια των ζωών μας. Είμαι γοητευμένος από το γεγονός ότι καθώς γερνάμε οι αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων γίνονται πιο ζωηρές. Θεωρώ ότι η περιέργεια (και ίσως ο φόβος) για τα φαντάσματα και τους άλλους κόσμους, μας προκύπτει όταν είμαστε νεαροί ή όταν πρόκειται να πεθάνουμε.
Οι πρόσφατες δουλειές σου φέρονται να έχουν περισσότερη πολιτική κατεύθυνση. Σε αυτό βοηθά και η ακολουθία των ακίνητων στιγμών (φωτογραφιών) που υπάρχουν. Αυτή η ακολουθία είναι τόσο διαφορετική από κάθε τι άλλο στον Θείο Μπούνμι….
Θέλησα να βάλω τις μνήμες μου -για την κατασκευή αυτού του σχεδίου- στην ταινία όσο περισσότερο μπορούσα. Η ταινία είναι μέρος του Primitive Project, για το οποίο προσπάθησα να συλλέξω κάποιες μνήμες από τη βόρειο-ανατολική Ταϊλάνδη. Κατέληξα να εργάζομαι με εφήβους σε ένα χωριό, το οποίο έχει βίαιη πολιτική ιστορία. Αναπτύξαμε μια στενή σχέση και γράψαμε μαζί διάφορα σενάρια. Επίσης κάναμε τη μικρού μήκους ταινία Ένα γράμμα για τον Θείο Μπούνμι, χάρη στην οποία ψάξαμε όλο το χωριό ώστε να βρούμε το κατάλληλο σπίτι για τη μεγάλου μήκους. Για μένα, η εμπειρία στο χωριό αυτό έχει σίγουρα σχέση με την ύπαρξη του Θείου Μπούνμι. Είναι ένα μέρος όπου οι μνήμες υπάρχουν. Και θέλω να τις μεταδώσω σε ανθρώπους, που μπορούν και θυμούνται τα πάντα. Με την ακολουθία αυτών των στιγμών στην ταινία, οι μνήμες του Θείου Μπούνμι και οι δικές μου συνδέονται.
amafilms
 

23.2.12

Πώς τέλειωσε αυτό το καλοκαίρι


Παρασκευή 24/2 Καρλόβασι, Σάββατο και  Κυριακή 25-26/2/2012 Σάμος

HOW I ENDED THIS SUMMER / 
KAK YA PROVYOL ETIM LETOM
 
  • Παραγωγή: Ρομάν Μπορίσεβιτς, Αλεξάντρ Κουρσάεβ
  • Σκηνοθεσία: Αλεξέι Ποπογκρέμπσκι
  • Σενάριο: Αλεξέι Ποπογκρέμπσκι
  • Φωτογραφία: Πάβελ Κοστομάροβ
  • Μοντάζ: Ιβάν Λεμπέντεβ
  • Μουσική: Ντιμίτρι Κακτάνοβ
  • Πρωταγωνιστούν: Γκριγκόρι Ντομπρίγκιν, Σεργκέι Πουσκεπάλις, Ιγκόρ Τσέρνιεβιτς
  • Διάρκεια: 124'
  • Διανομή: Seven Films
Διακρίσεις
Αργυρή Άρκτος Καλύτερου Ηθοποιού- Φεστιβάλ Βερολίνου 2010
Αργυρή Άρκτος Καλλιτεχνικής Συνεισφοράς (FIPRESCI)- Φεστιβάλ Βερολίνου 2010
Βραβείο Καλύτερης Ταινίας- Βραβεία Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, Φεστιβάλ Λονδίνου 2010
Κριτική της ταινίας
Η ταινία «Πώς τελείωσε αυτό το καλοκαίρι» («Kak ya provyol etim letom» και αγγλικά «How I ended this summer») αφηγείται τη ζωή και την αναγκαστική συμβίωση δύο ανδρών σε ένα νησί της Αρκτικής. Ο Σεργκέι έχει περάσει τα 50 και εργάζεται στο μικρό μετεωρολογικό σταθμό του νησιού. Μαζί του είναι ο νεαρός Πάβελ, ο οποίος μόλις τελείωσε το πανεπιστήμιο και περνά στο σταθμό το καλοκαίρι του μαθαίνοντας τη δουλειά. Οι δύο άνδρες κάνουν καθημερινές μετρήσεις της ραδιενέργειας στο νησί και στέλνουν τα δεδομένα μέσω ασυρμάτου στο κεντρικό σταθμό. Ο Σεργκέι είναι επαγγελματίας, βλέπει τη δουλειά του πολύ σοβαρά. Ο Πάβελ πιο χαλαρός, αργεί να ξυπνήσει, παίζει παιχνίδια στον υπολογιστή και ακούει μουσική. Μια μέρα ο Σεργκέι φεύγει για να ψαρέψει πέστροφες και αφήνει τον Πάβελ στο σταθμό. Ο νεαρός όμως δεν παίρνει τις μετρήσεις όπως πρέπει και δίνει ψεύτικα δεδομένα. Στο μεταξύ, μαθαίνει άσχημα νέα για την οικογένεια του Σεργκέι από τον κεντρικό σταθμό. Όταν αυτός επιστρέφει τα βάζει με τον Πάβελ επειδή δεν έκανε τη δουλειά του και ο τελευταίος φοβισμένος μη χειροτερέψει τα πράγματα δεν του λέει τα άσχημα νέα. Η σχέση τους αρχίζει να χάνει την ισορροπία της. Κι όταν σε κάποια στιγμή έντασης ο Πάβελ αποφασίζει να του πει ό,τι έμαθε για την οικογένεια του, ο Σεργκέι αντιδρά βίαια. Κυνηγά το νεαρό που κρύβεται σε έναν εγκαταλελειμμένο φάρο όπου υπάρχουν ραδιενεργά απόβλητα. Η σύγκρουση έχει αρχίσει μέσα στο γυμνό, βραχώδες και υγρό τοπίο της Αρκτικής.
Η ταινία κυλά αργά, κουβαλώντας σε κάθε της σκηνή στοιχεία της επερχόμενης έκρηξης. Ανοιχτά πλάνα στο αφιλόξενο τοπίο του νησιού, κοντινά στα πρόσωπα των ηρώων, καμία βιασύνη στο μοντάζ. Άλλωστε η δράση είναι περισσότερο «εσωτερική». Το περιβάλλον παίζει το ρόλο του καταλύτη στη σχέση ανάμεσα στους δύο ήρωες, είναι η αφορμή για όσα συμβαίνουν. Ο Ποπογκρέμπσκι δίνει προτεραιότητα στην εικόνα, τα λόγια λειτουργούν μόνο βοηθητικά. Βλέμματα, κινήσεις, τοπίο είναι τα στοιχεία στα οποία ο σκηνοθέτης βασίζει την ανάπτυξη του σεναρίου. Σε ένα παράλληλο επίπεδο υπάρχει και η οικολογική διάσταση, με τη μόλυνση του νησιού από τη ραδιενέργεια, χωρίς όμως να επηρεάζει τη δράση. Πρόκειται για μια ταινία στην οποία κυριαρχεί η σχέση ανάμεσα στους δύο άνδρες, η διαφορετικότητα των χαρακτήρων τους, η σύγκρουση. Μια ταινία στην οποία ο χώρος και ο χρόνος υπάρχουν μόνο προσχηματικά καθώς τα όσα βλέπουμε θα μπορούσαν να συμβούν οπουδήποτε και οποτεδήποτε.
Στράτος Κερσανίδης (kersanidis.wordpress.com.)
ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

Νομίζω ότι ήμουν περίπου 14, όταν διάβασα κατά τύχη το ημερολόγιο του Πίνεγκιν, ένα συνοδό του Σέντοφ στην αποτυχημένη του προσπάθεια να φτάσει το Βόρειο Πόλο το 1912. Ήταν πολύ βιαστικά προγραμματισμένη, κι όταν το σκάφος τους γέμισε με πάγους, όντας μερικά χιλιάδες μίλια, τόσο από τον προορισμό, όσο κι από την αφετηρία, ο αρχηγός δήλωσε με ηρεμία: « Όπως φαίνεται θα περάσουμε το χειμώνα μας εδώ». Στην πραγματικότητα περάσανε δύο χειμώνες εκεί το συνεργείο, και μια αιωνιότητα ο Σέντοφ. Αυτό συνέβη πολύ πριν τους ασύρματους, τις εναέριες διασώσεις και τα gps. Εκείνη την περίοδο, ένοιωθα το χειμώνα σαν τη μισή μου ζωή. Συχνά αισθάνομαι έτσι ακόμα.

Από τότε έβρισκα ιδιαίτερα συναρπαστικό, το να μπορεί κάποιος να έρθει σε συμφωνία με την έννοια του χώρου και του χρόνου, που είναι πολύ δοαφορετικές όπως τις βιώνουμε σήμερα με τις ώρες, τα λεπτά, το μετρό κι όλα τα μέσα. Αυτή η ταινία, ουσιαστικά, είναι η ιστορία δύο διαφορετικών βαθμίδων (και ασύμβατων) χώρου και χρόνου. Όλοι εμείς, οι κάτοικοι των πόλεων, βλέπουμε την ιστορία από την οπτική του νεαρού Παβέλ, με τον οποίο ταυτιζόμαστε ευκολότερα. Ωστόσο, η προσπάθεια μου σ’ αυτή την ταινία ήταν να γίνουμε υποκείμενα της άγριας φύσης του Βορρά, να αφήσουμε πίσω τις άκαμπτες έννοιες που έχουμε στο μυαλό μας, και να είμαστε ανοιχτοί και προσεχτικοί σε ότι έχει να μας προσφέρει. Ακόμη δεν μπορώ να πιστέψω το συναίσθημα μερικές φορές. (www.culturenow.gr)
 

17.2.12

Here and There

 ΕΔΩ ΚΑΙ ΚΕΙ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΟ ΒΕΛΙΓΡΑΔΙ
ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣΔΙΑΡΚΕΙΑΠΡΕΜΙΕΡΑ ΔΙΑΝΟΜΗLINKS

Ένας αποτυχημένος μουσικός της Νέας Υόρκης ψάχνει απεγνωσμένα λεφτά. Ο σπιτονοικοκύρης τον πετάει έξω από το διαμέρισμα που μένει και τότε γνωρίζει τον μεταφορέα Branco (Branislav Trifunovic), έναν Σέρβο μετανάστη που του προτείνει ένα τρόπο να κερδίσει 5.000 δολλάρια. Η πρότασή του είναι φαινομενικά απλή. Να πάει στο Βελιγράδι να παντρευτεί την κοπέλα του και να την φέρει στην Αμερική. Ο Robert (David Thornton) ταξιδεύει στην σερβική πρωτεύουσα με την σκέψη ότι κατάφερε να κλείσει μια εμπορική συναλλαγή. Αυτό όμως που θα συναντήσει στο Βελιγράδι θα του αλλάξει την γνώμη και θα τον σημαδέψει για όλη του την ζωή...
Η λιτή αναπαράσταση ενός ανορθόδοξου love story μαζί με την απλή αλληλουχία περίπλοκων καταστάσεων, συνθέτουν μια απρόσμενα καλαίσθητη κατάθεση συναισθημάτων που αναλαμβάνει να σου διδάξει την σημασία της κάθε κουλτούρας και την αναγκαιότητα της ανάγνωσης της ιδιαιτερότητάς της. Όταν ο Robert φτάνει στο Βελιγράδι δεν θέλει να κάνει φίλους. Είναι ένας εγωκεντρικός καταθλιπτικός καλλιτέχνης που βρίσκεται σε αγγαρεία. Όταν φεύγει, είναι ένας αλτρουιστής ερωτευμένος καλλιτέχνης που έχει απαλλαγεί από την μελαγχολία του και έχει ξαναμάθει να ζει. Δεν ερωτεύεται μόνο την γυναίκα. Ερωτεύεται μια νέα νοοτροπία, μια πραγματικότητα που δεν είναι σαν κι αυτή που τον έχει απογοητεύσει.
Η αλλαγή στο εσωτερικό ενός ανθρώπου είναι ένα συνηθισμένο θέμα ταινιών. Η υπέρβαση επιτυγχάνεται όταν αυτή η αλλαγή βιώνεται από τον θεατή ή έστω όταν ο θεατής θεωρήσει ότι αυτό που παρακολουθεί είναι πολυ πιθανό να το βιώσει κάποια στιγμή και ο ίδιος. Η ερμηνεία του David Thornton είναι απόλυτα πειστική και σου μεταδίδει όλα τα συναισθήματα της διαδρομής του από την μοναξιά στην συντροφικότητα. Η αρχική αντιπάθεια προς το πρόσωπό του μετατρέπεται σε μια αβίαστη ταύτιση. Το «Here And There» εμπεριέχει όλες τις συγκινήσεις που του επιτρέπουν να υπερβεί την ίδια του την ιστορία...
Η όμορφη διαδρομή, όμορφες εικόνες και εξαιρετικό φινάλε για μια ταινία που σε κερδίζει με την απλότητα και την αληθινή της πρόθεση... 
 

9.2.12

CHANTRAPAS


                       
Είδος ταινίας
ΔΡΑΜΑ

Σκηνοθεσία
Otar Iosseliani
Βοηθός Σκηνοθέτη
Zaza Rusadze

Σενάριο
Otar Iosseliani

Χρονολογία παραγωγής
2010

Γλώσσα
ΓΑΛΛΙΚΑ
Διάρκεια
122'
 Πρωταγωνιστούν:
Nika Endeladze
Pierre Étaix
Fanny Gonin
Tamuna Karumidze
Bulle Ogier
David Tarielashvili

Υπόθεση
Ο Nicolas είναι ένας καλλιτέχνης, ένας σκηνοθέτης που θέλει απλώς να εκφραστεί και τον οποίο όλοι επιθυμούν να υποβαθμίσουν υποβάλλοντάς τον σε αναγκαστική σιωπή. Όταν αυτός ξεκινά πρώτα στη Γεωργία, οι "ιδεολόγοι" ελπίζουν να τον φιμώσουν, γιατί το έργο του δεν ακολουθεί τους κανόνες που ορίζει η "ιδεολογία" τους. Ενόψει της αποφασιστικότητάς τους, ο Nicolas αφήνει την πατρίδα του για τη Γαλλία - τη γη της ελευθερίας και της Δημοκρατίας. Αλλά η "κατάσταση της χάριτος" δεν θα διαρκέσει πολύ καιρό.

 Συνέντευξη του σκηνοθέτη

Ο Ιοσελιάνι, που έχει κάνει περισσότερες από 20 ταινίες μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ (από τη δεκαετία του ’50) και έχει τιμηθεί πολλάκις στα φεστιβάλ του Βερολίνου και της Βενετίας, με το "Chantrapas" αναφέρεται στη λογοκρισία του σοβιετικού καθεστώτος όπως αυτός τη βίωσε αλλά και στη μετέπειτα ευρωπαϊκή «πραγματικότητα». Παρόλο που ο ίδιος δεν παραδέχεται ότι η ταινία είναι αυτοβιογραφική, έχει δηλώσει: «Το “Chantrapas” είναι το πορτρέτο διαφόρων κινηματογραφιστών. Όσων από μας καταφέραμε να νικήσουμε τη λογοκρισία, κι ας μετριόμαστε στα δάχτυλα του ενός χεριού: Σεργκέι Παρατζάνοφ, Αντρέι Ταρκόφσκι, Georgui Chenguelaia, Gleb Pantilov, Αλεξάντρ Ασκόλντοφ. Εκείνη την εποχή, 120 κινηματογραφιστές εργάζονταν για το καθεστώς, το σινεμά ήταν ένα όργανο προπαγάνδας. Παρόλα αυτά, δεν θα έλεγα ότι οι λογοκριτές ήταν ιδιαίτερα αυστηροί. Λογόκριναν τις ταινίες, είχαν όμως σεβασμό στους δημιουργούς. Μας επέτρεπαν να ολοκληρώνουμε τις ταινίες, πριν τις απαγορεύσουν».
Η ταινία σας διαπνέεται από έναν ποιητικό ρεαλισμό. Είναι αυτό που έχει ανάγκη και ο καλλιτέχνης της ιστορίας σας, ώστε να αφεθεί ελεύθερος και να δημιουργήσει;
Η ποιητική είναι μια τέχνη, που πρώτα βασίζεται στα λόγια. Ο κινηματογράφος είναι κάτι άλλο. Δεν ξέρω αν αυτά τα δυο μπορούν να ταυτιστούν. Και δεν είναι τόσο εύκολο να λέω ότι υπάρχει μια ποιητική στην ταινία μου. Η ποίηση μπορεί να περιγράψει την κινηματογραφική τέχνη, εντέλει, αλλά όχι να τη διαπνέει. 
Ο Νίκολας του "Chantrapas" βασίζεται πολύ στους φίλους και την οικογένειά του. Αυτό δεν αντικρούει την εικόνα του μοναχικού καλλιτέχνη, που έχουμε στο μυαλό μας;
Καταρχάς να σου πω ότι όντως ισχύει η μοναχικότητα του καλλιτέχνη. Όποια τέχνη και να κάνει. Είναι απαραίτητη, αναγκαία. Μην ξεχνάς όμως ότι υπάρχουν τέχνες, όπως αυτή του κινηματογράφου, που ο σκηνοθέτης πρέπει να μπει σε μια ομάδα. Η δουλειά αυτή απαιτεί ομαδικότητα. Άρα, διαμορφώνεται και ένας άλλος κόσμος, πλέον. Τότε, ο καλλιτέχνης συναναστρέφεται με πολύ κόσμο, είναι πιο κοινωνικός. Έχει μεν τις δικές του ιδέες, τις συζητά κιόλας. 

Σας έχουν λογοκρίνει ποτέ;
Η λογοκρισία ενός καλλιτεχνικού έργου είναι δεδομένη. Δεν έχω αυταπάτες. Και είναι δυο ειδών: ιδεολογική και ηθική. Εκείνη που δεν ανέχομαι με τίποτα είναι την ιδεολογική. Και αυτή μπορεί να εμφανιστεί και σε επίπεδο καθεστώτος και σε επίπεδο κόσμου. Ειδικώς, η λογοκρισία του κόσμου συναντάται όλο και πιο συχνά, πια. Να σου πω όμως την αλήθεια; Αν δεν υπήρχε λογοκρισία θα ήταν βαρετά.
Το "Chantrapas" φέρεται να έχει αυτοβιογραφικά σας στοιχεία. Υπάρχει μια ταύτιση με εσάς και τον ήρωα, έτσι δεν είναι;
Διαφωνώ. Δεν ταυτίζομαι επ’ ουδενί με τον Νίκολα. Μου το λένε όλοι αυτό και έχουν άδικο. Ίσως, γιατί είναι σκηνοθέτης ο ήρωας και όχι κάποιος άλλος καλλιτέχνης. Η ταινία είναι μυθοπλασίας, φανταστική, και όχι ρεαλιστική. Δεν υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία, επίσης. Από την άλλη μεριά, με την προσωπικότητα του Νίκολας έχω κοινά στοιχεία, αλλά μέχρι εκεί. Γιατί και αυτός βλέπει την τέχνη, κάνει πράγματα σε αυτή, όπως εγώ. Από κει και πέρα, όμως, δεν έχουμε άλλα κοινά. Πάντως, η ερώτησή σου είναι εύλογη. Ίσως, τελικά, το μεγάλο λάθος της ταινίας να είναι η επιλογή της ιδιότητας του σκηνοθέτη.

* Σημείωμα του δημοσιογράφου: Να ευχαριστήσω τον Τάσο Μονοκρούσο για τη μετάφραση από τη γαλλική γλώσσα και την Κατερίνα Καναβάρη που κανόνισε τη διευκόλυνση αυτή. Επίσης, τη Σοφία Σταυριανίδου για τη συνέντευξη.
15 Νοεμβρίου 2010 | SevenArt.gr
Σάββατο 11/2 και Κυριακή 12/2 Σάμος
Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο (poulakos@sevenart.gr)

 

3.2.12

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΣΕΡΑΦΙΝ- SERAPHINE

Παρασκευή 3/2 Καρλόβασι, 
Σάββατο 4 και Κυριακή 5/2/12 Σάμος

Σκηνοθεσία: Martin Provost
Σενάριο: Martin Provost & Marc Abdlenour
Πρωταγωνιστούν: Ζενεβιέβ Μινς, Αν Μπενετ, Αδελάιδα Λερού, Γιολάντ Μορό, Ούλριχ Τουκούρ, Νίκο Ρόγκνερ.
Φωτογραφία: Laurent Brunet, A.F.C.
Ήχος: Philippe Van Den Driessche
Κοστούμια: Madeline Fontaine
Σκηνικά: Thierry François
Μοντάζ: Ludo Troch
Τη μουσική της ταινίας έχει συνθέσει ο Michael Galasso, γνωστός από το soundtrack της ταινίας "Ερωτική Επιθυμία" (In the Mood for Love).
Διάρκεια: 125 λεπτά
Είδος ταινίας: Βιογραφική, εποχής.
Διανομή: FilmTrαde
 Έτος: 2008
 Γλώσσα: Γαλλικά

Διακρίσεις
7 Βραβεία Σεζάρ για το 2008:
-Καλύτερη Γαλλική Ταινία της Χρονιάς,
-Α΄ γυναικείος ρόλος (Γιολάντ Μορό),
-Σενάριο (Μαρτέν Προβόστ),
-Φωτογραφία (Λοράν Μπρουνέ),
-καλλιτεχνική διεύθυνση (Τιερί Φρανσουά),
-κοστούμια (Μαντλέν Φοντέν),
-και πρωτότυπη μουσική (Μάικλ Γκαλάσο)

Η Ταινία
Βιογραφία της ναϊφ ζωγράφου Σεραφίν Λουίς.
1912: Λίγο πριν ξεσπάσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, στη μικρή πόλη Σενλίς, 50 χιλιόμετρα βόρεια από το Παρίσι, η μοναχική και ιδιόρρυθμη Σεραφίν Λουίς (Γιολάντ Μορό) δουλεύει ως οικιακή βοηθός στο σπίτι της Μαντάμ Ντυφό. Η Σεραφίν, αν και δεν είναι πια νέα, κάνει οποιαδήποτε δύσκολη δουλειά προκειμένου να κερδίσει κάποια χρήματα και να αγοράσει τα υλικά που της χρειάζονται για να ασχοληθεί με το πάθος της, τη ζωγραφική. Περνά τα βράδια της κλεισμένη σε μια σοφίτα και ζωγραφίζει μικρούς, περίπλοκους και με πολύ έντονα χρώματα πίνακες, οι οποίοι απεικονίζουν φρούτα και φυτά. Στα χρώματά της χρησιμοποιεί ασυνήθιστα υλικά που βρίσκει γύρω της όπως κρασί, λάσπη, αίμα ζώων, λάδια από τα κεριά της εκκλησίας, φρούτα και πέταλα λουλουδιών.
Την ίδια εποχή ο γερμανός κριτικός τέχνης και συλλέκτης Βίλχελμ Ούντε (Ούλριχ Τουκούρ), ένθερμος υποστηρικτής του ρεύματος των μοντερνιστών και πριμιτίφ καλλιτεχνών, αποφασίζει να μετακομίζει στο Σενλίς για να ξεφύγει από τους έντονους ρυθμούς του Παρισιού. Νοικιάζει το σπίτι της Μαντάμ Ντυφό και γνωρίζεται με τη Σεραφίν η οποία είναι η οικιακή βοηθός του. Μήνες αργότερα και εντελώς τυχαία στη διάρκεια ενός δείπνου, ο Βίλχελμ βλέπει έναν μικρό ξύλινο πίνακα που είχε ζωγραφίσει η Σεραφίν. Μένει καταγοητευμένος και επιμένει στη Σεραφίν να δει και άλλα της έργα…

ΒΙΛΧΕΛΜ ΟΥΝΤΕ (1874-1947): Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΤΗ ΣΕΡΑΦΙΝ
Ο γερμανικής καταγωγής κριτικός και συλλέκτης Βίλχελμ Ούντε, μετακόμισε στο Παρίσι το 1903 για να αφιερωθεί στην τέχνη. Ανακάλυψε τον Ντουνιέ Ρουσσώ, συναντήθηκε με τον Πικάσο (ο οποίος μάλιστα  ζωγράφισε το πορτρέτο του το 1907), τον Μπρακ, τον Ντελονέ και σιγά-σιγά έφτιαξε μια εξαιρετική συλλογή έργων τέχνης. Όταν μετακόμισε στο Σενλίς το 1912 ανακάλυψε έναν πίνακα που τον συνάρπασε, της Σεραφίν Λουί της οικιακής του βοηθού! Με τον πόλεμο αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Γερμανία και δεν ξαναγύρισε στο Παρίσι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του είκοσι. Ο Ούντε υποστήριξε πολλούς νέους ζωγράφους του ρεύματος "ναϊφ"  (Βεβάν, Μπομπουά, Μποσάν) γοητευμένος από το φυσικό τους ταλέντο και την αμεσότητα των έργων τους. 
Λόγω της αποκήρυξης της γερμανικής του υπηκοότητας το 1938, ο Ούντε πέρασε τα χρόνια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου κρυμμένος στην νοτιοανατολική Γαλλία.  Πέθανε στο Παρίσι το 1947 έχοντας μόλις καταφέρει να πραγματοποιήσει το όνειρο ζωής της Σεραφίν Λουί: μια έκθεση αποκλειστικά με δικά της έργα, που πραγματοποιήθηκε τελικά το 1945 στη Galerie de France στο Παρίσι.

Σημείωμα του σκηνοθέτη
"Στο σενάριο θέλησα να αναπτύξω την ιστορία της Σεραφίν γύρω από τη φιλία της με το Βίλχελμ Ούντε, ο οποίος ήταν ο πρώτος άνθρωπος που διέκρινε αυτό που πραγματικά ήταν η Σεραφίν και ο οποίος την υποστήριξε μέχρι το τέλος. Λόγω της σχολαστικότητάς της Σεραφίν και της έντονης πίστης της, επιβάλλεται ένα ιδιαίτερο ύφος στην επεξεργασία της ιστορίας της ζωή της. Στην ταινία, προσπάθησα να προσδιορίσω τη διαδικασία μέσα από την οποία μια γυναίκα ταπεινής προέλευσης και αγαθών πεποιθήσεων κατάφερε να γίνει μία ολοκληρωμένη καλλιτέχνης σε μία εποχή που ήταν σχεδόν αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο. Καθώς και το πώς ένας ευγενικός και περίπλοκος άνδρας, που είχε μάθει να τον υπηρετούν έφτασε στο σημείο να υπηρετεί αυτός την ταπεινή γυναίκα, την καλλιτέχνη και το έργο της. Επιθυμία μου ήταν η ταινία να είναι ασυμβίβαστη, καθαρή και τακτοποιημένη, όσο το δυνατόν δηλαδή πιο κοντά στην ιδιοσυγκρασία της Σεραφίν και τον αισθησιασμό που χαρακτήριζε τη σχέση της με τη φύση. Χωρίς να τονίσω υπερβολικά τις πτυχές της ασθένειάς της, προσπάθησα να παρουσιάσω τον κόσμο όπως θα τον έβλεπε εκείνη. Πρέπει να κατανοήσει κάποιος την τέχνη της Σεραφίν, τα βάσανά της, την απόρριψη που ένοιωσε και τη βασανιστική αίσθηση του σκοπού της ζωής της να παράγει σπουδαία τέχνη, προκειμένου να αντιληφθεί το χάρισμα που την οδήγησε στη σφαίρα του παραλόγου."