25.3.19

Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

ΧΑΝΑ ΑΡΕΝΤ / ΗΑΝΝΑΗ ΑRENDT * (2012)

Σκηνοθεσία: Φον Τρότα Μαργκαρέτε
Σενάριο: Φον Τρότα Μαργκαρέτε
Hθοποιοί: Μπάρμπαρα Σούκοβα, Τζάνετ ΜακΤίρ, Άξελ Μίλμπεργκ
Κατηγορία: Δράμα
Χώρα: Γερμανία
Διάρκεια: 113’
Διακρίσεις: Γερμανικό κινηματογραφικό βραβείο καλύτερης ταινίας μεγάλου μήκους
Γερμανικό κινηματογραφικό βραβείο καλύτερου Α γυναικείου ρόλου

*Σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Γκαίτε. Με ελεύθερη είσοδο.

Η Χάννα Άρεντ (14 Οκτωβρίου 1906 – 4 Δεκεμβρίου 1975) ήταν Γερμανίδα πολιτική επιστήμονας και φιλόσοφος αναλαμβάνει να καλύψει για το αμερικανικό περιοδικό «New Yorker» τη δίκη του ναζί εγκληματία Άντολφ  Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ και σοκάρει τους πάντες με τη θαρραλέα, αντισυμβατική προσέγγισή της. Η προσπάθειά της να απαντήσει στα ερωτήματα που έθεσαν τα εγκλήματα του ναζισμού, αλλά και η έντονη θέλησή της να τοποθετηθεί πάνω στο θέμα της προσωπικής ηθικής ευθύνης σε καιρούς που η ανθρώπινη ζωή χάνει την αξία της, είχε ως αποτέλεσμα το βιβλίο «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ - Η κοινοτοπία του κακού», φράση για την οποία («η κοινοτοπία του κακού») έγινε γνωστή σε όλον τον κόσμο.
Η Margarethe Von Trotta, έχοντας ήδη κάνει δύο biopic για τον κινηματογράφο, μεταφέροντας στο σινεμά τη ζωή της Rosa Luxemburg και της Hildegard von Bingen, επιστρέφει με μία ακόμη βιογραφική ταινία για την Hannah Arendt (Χάννα Άρεντ) για την οποία, ακόμη κι αν κάποιος δεν γνωρίζει τίποτα, σίγουρα θα μάθει πολλά, και θα παρασυρθεί από το πάθος, τη διανοητική και συναισθηματική ένταση στην εξαιρετική ερμηνεία της Barbara Sokuwa, η οποία κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο




19.3.19


Σάββατο 23 Mαρτίου 2019

ΤΟ ΠΑΡΤΥ / THE PARTY  (2017)

Σκηνοθεσία: Σάλι Πότερ
Σενάριο: Σάλι Πότερ
Ηθοποιοί: Κριστίν Σκοτ. ΤόμαςΤίμοθι Σπολ, Έμιλι Μόρτιμερ, Κίλιαν Μέρφι, Πατρίσια Κλάρκσον, Τσέρι Τζόουνς, Μπρούνο Γκαντς
Κατηγορία: Μαύρη κωμωδία
Χώρα: Ηνωμένο Βασίλειο
Διάρκεια: 71 λεπτά
Διακρίσεις:  Στο φεστιβάλ του Βερολίνου κέρδισε το Guild Film Prize.

Η Τζάνετ, πολιτικός της αντιπολίτευσης, μόλις έχει γίνει υπουργός Υγείας στη σκιώδη κυβέρνηση του κόμματός της και διοργανώνει στο σπίτι της ένα πάρτυ. Στη συνάθροιση παρευρίσκονται ο σύζυγός της Μπιλ, η φίλη της Έιπριλ με τον ιδιόρρυθμο σύντροφό της Γκότφριντ, που είναι θεραπευτής, η καθηγήτρια Μάρθα με τη σύντροφό της Τζίνι, που είναι σεφ, και τον τραπεζίτη Τομ, ο οποίος λέει πως η σύζυγός του Μαριάν θα έρθει αργότερα .Όσο βρίσκεται στην κουζίνα, η Τζάνετ μιλά στο κινητό με την παράλληλη σχέση της, ενώ ο Τομ πηγαίνει στο μπάνιο, παίρνει κοκαΐνη και βγάζει ένα όπλο από το σακάκι …
Στο άκουσμα της περιγραφής του νέου φιλμ της Βρετανίδας Σάλι Πότερ («Ορλάντο», «Μάθημα Τανγκό») οι οιωνοί μόνο καλοί δεν είναι. Η ιδέα των ταινιών δωματίου που βάζουν την άρχουσα τάξη να σφαχτεί και λειτουργούν ως μια μεγαλοπρεπής σάτιρά της έχει αρχίσει με τα χρόνια να χάνει τη δυναμική της, ίσως γιατί η άρχουσα τάξη απέκτησε μεγαλύτερο θράσος και δεν έχει πολλά να κρύψει, οπότε το να την παρακολουθείς από την κλειδαρότρυπα δεν είναι και τόσο σημαντικό.   Το «Πάρτι», όμως, καταφέρνει να ξεπερνά κάποια στερεότυπα του είδους χάρη στη βασική επιλογή της Πότερ να το κάνει πρωτίστως αστείο και μετά σατιρικό, δίνοντάς του γρήγορο ρυθμό, τον οποίο επιβάλλουν οι δεκάδες βιτριολικές ατάκες και συντηρεί η ορθότατα μικρή διάρκειά του.   Πίσω από το χιούμορ στέκουν πολύ καλύτερα πια οι ιδεολογικές νύξεις, με τους καλεσμένους να είναι οι σκιές των νεανικών αριστερών εαυτών τους, που ωστόσο νιώθουν ότι είναι ακόμη αριστεροί, αλλά και οι ηλικιακές υστερίες ανθρώπων που βρίσκονται πια στη δύση της ζωής τους και μοιάζουν πανικόβλητοι για το μέλλον που τους επιφυλάσσεται.   Το μείγμα λειτουργεί, οι προφανείς θεατρικές καταβολές της ιστορίας δεν αδυνατίζουν την κάμερα της Πότερ και το αποχρωματισμένο περιβάλλον, σε συνδυασμό με τη βρετανικότητα των διαλόγων, αναδεικνύει τη μικρότητα της χώρας όσο αυτή προσπαθεί να την κρύψει κάτω από καλούς τρόπους. Τίποτα, πάντως, δεν θα δούλευε χωρίς τη στοχευμένη επιλογή του καστ, καθώς η Κριστίν Σκοτ Τόμας, η Κλάρκσον, ο Σπαλ, η Μόρτιμερ και ο Μέρφι υπενθυμίζουν ότι ακόμα και αν δεν λογίζονται ως σταρ με τα σημερινά δεδομένα, είναι έξοχοι ηθοποιοί και ιδανικοί για ensemble ταινίες.  

11.3.19


Σάββατο 16 Μαρτίου 2019
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΠΑΤΡΙΔΑ / DHEEPAN (2015)

Σκηνοθεσία: Ζακ Οντιάρ
Σενάριο: Ζακ Οντιάρ, Τομά Μπιντεγκέν, Νοέ Ντεμπρέ
Ηθοποιοί: Γιεσουθασάν Αντονιθασάν, Καλιεσουαρί Σρινιβασάν, Κλοντίν Βινασιθαμπί, Βενσάν Ροτιέ, Μαρκ Ζενγκά
Κατηγορία:  Δράμα
Χώρα:  Γαλλία
Διάρκεια: 109’
Διακρίσεις:  Χρυσός Φοίνικας στο 68ο Φεστιβάλ των Καννών.

Η ταινία έχει σκηνικό το Παρίσι, το οποίο φιλοξενεί μια πανσπερμίας ανθρώπων, διαφορετικών πολιτισμών και κουλτούρας. Οι αρχικές σκηνές, υποβάλλουν στον θεατή το υπαρκτό πρόβλημα στην πρωτεύουσα της Γαλλίας, δείχνοντας ανθρώπους όλων των φυλών, που περιμένουν την έγκριση παραμονής τους. Ο Ντιπάν, πρώην αντικαθεστωτικός στη Σρι Λάνκα, συμφωνεί με μια γυναίκα και ένα ανήλικο κορίτσι να παραστήσουν την οικογένεια και να περάσουν στην Ευρώπη με πλαστά διαβατήρια. Η ψευτοφαμίλια φτάνει στη Γαλλία, βρίσκει κατάλυμα και δουλειά σε προάστιο του Παρισιού, αλλά, πάνω που ελπίζει σε ένα νέο ξεκίνημα, έρχεται αντιμέτωπη με τη βία των τοπικών συμμοριών και εμπόρων ναρκωτικών.

Το φιλμ του Ζακ Οντιάρ κοιτάζει με βαθιά συμπάθεια και κατανόηση τους τρεις χαρακτήρες του και κινηματογραφεί με απλότητα αλλά και με συναρπαστικό τρόπο την καινούρια τους καθημερινότητα, δίχως να σε αφήνει να ξεχάσεις στιγμή τις συνθήκες της ζωής τους και τα όσα τους καθορίζουν.
Μιλώντας για τις δεύτερες ευκαιρίες και για τα υλικά που χτίζουν μια οικογένεια ή ενώνουν τους ανθρώπους το «Dheepan» είναι ένα βαθιά γοητευτικό, τεταμένο, συγκινητικό μα ποτέ γλυκερό δράμα, που σε παρασύρει ολοκληρωτικά. Ο Οντιάρ αφηγούμενος την διαπεραστική ιστορία τριών ανθρώπων που ζητούν απλά την ένταξη, μιλά για κάτι που αποτελεί πλέον μια απτή πραγματικότητα για ολόκληρη την Ευρώπη, για ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Το όνειρο χιλιάδων ανθρώπων για έναν «παράδεισο», ή έστω μια διαφυγή από την κόλαση και την διάψευση αυτής της ελπίδας Γιατί ο παράδεισος υπάρχει μόνο στα όνειρά μας και οι σκοτεινές γωνιές της πιο επικίνδυνης ζούγκλας μοιάζουν να υπάρχουν παντού, κάτω από άλλες συνθήκες μα με τους ίδιους κανόνες. Τον νόμο του ισχυρού, της επιβίωσης, της ωμής κοινωνικής ή σωματικής βίας.
Συναρπαστικό από την αρχή ως το τέλος το «Dheepan» μοιάζει σαν φιτίλι που καίγεται οδηγώντας μας σχεδόν νομοτελειακά σε κάτι αναπόφευκτο. Ένα ξέσπασμα που ίσως μοιάζει να βγαίνει εκτός κλίματος αυτής της βαθιά ανθρωπιστικής ιστορίας μα που κάθε άλλο παρά ανατρέπει την ισορροπία της κατασκευής του φιλμ. Αντίθετα προσφέρει τον καταλύτη που μοιάζει απαραίτητος για να οδηγήσει το φιλμ στο βαθιά ικανοποιητικό φινάλε του.



4.3.19

Σάββατο 09 Μαρτίου 2019
ΧΩΡΙΣ ΑΓΑΠΗ / NELYBOV (2017)

Σκηνοθεσία: Αντρέι Σβιάνγκιντσεφ
Σενάριο: Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ, Όλεγκ Νέγκιν
Ηθοποιοί: Μαριάνα Σπίβακ, Αλεξέι Ροζίν, Ματβέι Νοβίκοφ
Κατηγορία: Δράμα
Χώρα:  Ρωσία
Διάρκεια: 127’
Διακρίσεις:  Βραβεία της επιτροπής του φεστιβάλ των Καννών, βραβείο Σεζάρ Καλύτερης ξένης ταινίας, Βραβείο Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου Καλύτερου κινηματογραφιστή.


Η Ζένια και ο Μπόρις βρίσκονται στα πρόθυρα του διαζυγίου. Αυτός με τη νεαρή, έγκυο φιλενάδα του κι εκείνη με έναν πλούσιο, αρκετά μεγαλύτερό της σε ηλικία. Οι συνεχείς καβγάδες επηρεάζουν τη σχέση με τον 12χρονο γιο τους Αλιόσα, ο οποίος μια μέρα εξαφανίζεται μυστηριωδώς.
Τρία χρόνια μετά το Βραβείο Σεναρίου που απέσπασε με το «Λεβιάθαν», o Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ έφυγε από το πρόσφατο Φεστιβάλ Καννών με το Βραβείο της Επιτροπής στις αποσκευές του, έχοντας προλάβει να βυθίσει την ηλιόλουστη Κρουαζέτ στην καταχνιά της τραγικής και αδιέξοδης  ιστορίας την οποία ακολουθεί με το «Χωρίς Αγάπη». Στην πέμπτη κατά σειρά σκηνοθετική του απόπειρα, ο Ρώσος δημιουργός στέκεται πιο αμείλικτος από ποτέ απέναντι στους χαρακτήρες του. Αφουγκράζεται τις ενδελεχείς συζητήσεις τους και φανερώνει τις πιο απόκρυφες σκέψεις τους, ξεγυμνώνοντας συνεχώς τις παθογένειες που διάβρωσαν τις σχέσεις τους. Επικεντρώνεται με τόση προσήλωση στις προσωπικές τους εμμονές που όταν τελικά ο μικρός Αλιόσα εξαφανίζεται, ακόμα και ο θεατής φαντάζει πιθανό να έχει ξεχάσει την ύπαρξη του νεαρού αγοριού. Έτσι, αυτό που ξεκινάει ως ένα μπεργκμανικής υφής οικογενειακό δράμα με καλογραμμένους διαλόγους και στιβαρές ερμηνείες μετατρέπεται σταδιακά σε ένα βραδυφλεγές θρίλερ μυστηρίου το οποίο διαθέτει έναν εσωτερικό ρυθμό ικανό να καθηλώσει. Ο τρόπος που ο Ζβιάγκιντσεφ και ο μόνιμος συνεργάτης τους στην διεύθυνση φωτογραφίας Μίκαηλ Κρίχμαν εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες και εξερευνούν τα μονοπάτια της οπτικής αφήγησης είναι πραγματικά για σεμινάριο. Από το ευρηματικό ντεκουπάζ μέχρι τα αψεγάδιαστα κάδρα και την αργόσυρτη κίνηση της κάμερας, η εικόνα έχει ρόλο πρωταγωνιστή και είναι εκείνη που κατευθύνει την δραματουργία και δημιουργεί την πνιγερή ατμόσφαιρα που αρμόζει σε μια τόσο θλιβερή ιστορία. Κάπου στο ενδιάμεσο και κατά την προσφιλή του συνήθεια, ο Ρώσος σκηνοθέτης εξαπολύει τα βέλη του προς το διεφθαρμένο Ρωσικό κράτος και την εκστρατεία παραπληροφόρησης που διεξήγαγε στο πλαίσιο του πολέμου με την Ουκρανία, χωρίς όμως αυτή την φορά να ενσωματώνει τα πολιτικά του σχόλια με την ίδια αρμονία που το είχε καταφέρει στις προηγούμενες δουλειές του.


26.2.19

Σάββατο 2 Mαρτίου 2019

ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΕΣ / LOVE AND FRIENDSHIP (2016)

Σκηνοθεσία: Γουίτ Στίλμαν
Σενάριο: Γουίτ Στίλμαν
Hθοποιοί: Κέιτ Μπεκινσέιλ, Κλόι Σεβινί, Ξαβιέρ Σάμιουελ
Κατηγορία: Κομεντί
Χώρα: Ιρλανδία
Διάρκεια: 90’

Ξεκαρδιστική κωμωδία εποχής βασισμένη στο διήγημα της Τζέιν Ώστιν «Lady Susan» που δημοσιεύθηκε το 1871.Στην Αγγλία του τέλους του 18ου αιώνα η χήρα Σούζαν Βέρνον, μια δυναμική και όμορφη γυναίκα, εγκαθίσταται στην έπαυλη των πεθερικών της και σχεδιάζει πώς θα εξασφαλίσει έναν καλό γαμπρό τόσο για τον εαυτό της όσο και για τη νεαρή κόρη της
Εμβληματική φωνή της αγγλικής λογοτεχνίας του 18ου αιώνα, η Τζέιν Όστιν (1775-1817) εξέδωσε μόλις τέσσερα μυθιστορήματα κατά τη διάρκεια της ζωής της, ενώ τρία ακόμα εκδόθηκαν μετά το θάνατό της. Τελευταίο ήταν το «Λαίδη Σούζαν», γραμμένο το 1794 ως επιστολικό μυθιστόρημα και με σαφή διάθεση να υπονομεύσει παιχνιδιάρικα μια σειρά στερεοτύπων της ρομαντικής λογοτεχνίας. Αυτή η ανάλαφρη, υπόγεια χιουμοριστική διάθεσή της άλλωστε, συνδυασμένη με το ρομαντικό στοιχείο και τη λεπτή κοινωνική κριτική είναι που έχτισαν τη διαχρονική φήμη της Βρετανής συγγραφέα, της οποίας τα έργα διασκευάζονται επανειλημμένα έως σήμερα στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη.
Έχοντας ζήσει χρόνια στη Βαρκελώνη και εργαστεί ως δημοσιογράφος, ηθοποιός και ατζέντης, ο σπουδαγμένος στο Χάρβαρντ Αμερικανός Γουίτ Στίλμαν κέρδισε μια οσκαρική υποψηφιότητα πρωτότυπου σεναρίου για το γουντιαλενικό ντεμπούτο του «Metropolitan» το 1990. Στα επόμενα χρόνια σκηνοθέτησε άλλες τρεις ταινίες («Barcelona», «The Last Days of Disco», «Damsels in Distress»), για να επιστρέψει με μια ιδιότυπη ταινία εποχής. Τη διασκευή της «Λαίδης Σούζαν», με τίτλο δανεισμένο από ένα  διήγημα που η 14χρονη Όστιν έγραψε σε έντονα σατιρικό τόνο προς τέρψη της οικογένειάς της.
  Χωρίς να απομακρυνθεί από τον επιτυχημένο τρόπο με τον οποίο σχετικά πρόσφατα οι Ανγκ Λι («Λογική και Ευαισθησία») και Τζο Ράιτ («Περηφάνια και Προκατάληψη») μετέφεραν έργα της Όστιν στην οθόνη, ο Στίλμαν υιοθετεί ένα ακόμα πιο σαρκαστικό ύφος, απόλυτα ταιριαστό με το πνεύμα του πρωτότυπου κειμένου.
Για την Όστιν, όλο το παιχνίδι (κοινωνικών διαφορών, ανδροκρατούμενης λογικής και καταπιεσμένων γυναικών, κομψών λόγων και «κοφτερών» υπονοουμένων) είναι στημένο πάνω στις λεπτομέρειες και τις λεπτές αποχρώσεις, με τον Στίλμαν να αποδεικνύεται ένας εξαίρετος κινηματογραφικός παίκτης του, από τον «μουσικό» αφηγηματικό ρυθμό ως τα χρώματα των κοστουμιών και την κίνηση των ηθοποιών/χαρακτήρων στο χώρο.


18.2.19


Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019
ΚΑΡΔΙΑ ΒΟΥΝΟ / VIRGIN MOUNTAIN (2015)


Σκηνοθεσία: Νταγκούρ Κάρι
Σενάριο: Νταγκούρ Κάρι
Πρωταγωνιστούν: Γκούναρ Γιόνσον, Ιλμουρ Κριστιάνσντοτιρ
Κατηγορία: Δραμεντί
Χώρα: Ισλανδία
Διάρκεια: 93’
Διακρίσεις :  Καλύτερη Σκανδιναβική ταινία της χρονιάς Nordic Film Council.
Βραβείο καλύτερου σεναρίου στο Φεστιβάλ Tribeca


Ο καλόκαρδος γίγαντας Φούσι έχει πια πατήσει για τα καλά τα σαράντα και ακόμα δεν έχει το κουράγιο να ενηλικιωθεί, καθώς εξακολουθεί να ζει στο πατρικό του μαζί με τη μητέρα του. Κινείται σχεδόν σαν υπνωτισμένος μέσα σε μια καθημερινότητα όπου η ρουτίνα κυριαρχεί. Οταν μια γυναίκα γεμάτη ζωντάνια, ένα τραγούδι της Ντόλι Πάρτον και ένα οκτάχρονο κοριτσάκι εμφανιστούν αναπάντεχα στη ζωή του, θα αναγκαστεί να ρισκάρει και να βιώσει στ' αλήθεια όσα του προσφέρει η ζωή.

Η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του Ισλανδού σκηνοθέτη Νταγκούρ Κάρι («Nói Albinói», «Dark Horse»), ενός δημιουργού με ιδιαίτερη αδυναμία στους περιθωριακούς χαρακτήρες, δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας: Το σινεμά βρίθει από ποικίλου ύφους ιστορίες ενηλικίωσης ενηλίκων που αρνούνται πεισματικά να μεγαλώσουν, ακόμα κι έτσι, όμως, η «Καρδιά Βουνό» καταφέρνει να ηχεί στο μεγαλύτερο μέρος της αυθεντική, κυρίως επειδή έχει την... καρδιά της στη θέση της.
Ο ήρωας της είναι μια κλασική περίπτωση άνδρα που μοιάζει να μην πέρασε ποτέ πραγματικά το κατώφλι της ενηλικίωσης και των ευθυνών που αυτή συνεπάγεται. Έχοντας κλείσει τα σαράντα, ο παχύσαρκος και αντικοινωνικός Φούσι παραμένει εξαρτημένος από τη μητέρα του, χτίζει μοντέλα μαχών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο σαλόνι τους και αντιμετωπίζει στωικά την ανιαρή δουλειά του μεταφέροντας αποσκευές στο αεροδρόμιο, όπου πέφτει διαρκώς θύμα εξευτελισμού από τους συναδέλφους του, ενώ οι μοναδικές του έξοδοι είναι τα μοναχικά του δείπνα σε ένα ταϊλανδέζικο εστιατόριο όπου παραγγέλνει πάντα το ίδιο πιάτο και οι βόλτες με το αμάξι, συντροφιά με τον αγαπημένο του ραδιοφωνικό σταθμό.
Η γνωριμία του με τη Σιόφν, μια φαινομενικά έξω καρδιά γυναίκα που συναντά στα μαθήματα χορού που δέχεται απρόθυμα ως δώρο γενεθλίων από τη μητέρα του και τον εραστή της, αποτελεί το σεναριακό εύρημα για τη βίαιη έξοδο του Φούσι από την αναπόδραστη ρουτίνα του και την πορεία του προς μια καθυστερημένη ενηλικίωση, καθώς εκείνη αποδεικνύεται συναισθηματικά ασταθής, κυκλοθυμική, καταθλιπτική και εν τέλει μάλλον περισσότερο απροσάρμοστη από εκείνον.
Η μετ’ εμποδίων σχέση τους αποπνέει μια αφοπλιστική τρυφερότητα και αυθεντική συγκίνηση, καθώς ο Φούσι βρίσκει σε αυτήν την αφορμή να φροντίσει για πρώτη φορά με τη σειρά του κάποιον άλλο, ο οποίος το έχει ανάγκη ενδεχομένως περισσότερο από εκείνον, έστω κι αν δεν καταφέρνει ποτέ να απογειωθεί σε μια πραγματικά εκκεντρική ιστορία αγάπης (όπως για παράδειγμα έκανε ανεπανάληπτα το «Χτυπημένος από  Έρωτα» του Πολ Τόμας Αντερσον, που αναπόφευκτα έρχεται φευγαλέα στο μυαλό).
Με διακριτικό, υπόγειο χιούμορ, μινιμαλιστική αισθητική, έμφυτη συμπάθεια για τους ιδιότροπους ήρωές του και την τόλμη να θίγει τις ανθρώπινες προκαταλήψεις (η αντιμετώπιση της κατάθλιψης της Σιόφν από το αφεντικό της, η αθώα σχέση του Φούσι με τη βαριεστημένη οκτάχρονη κόρη του γείτονά του που προκαλεί ένα σχεδόν αβάσταχτο σασπένς για το πώς μπορεί να εκληφθεί από τον περίγυρό του), το φιλμ αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα ενός σύγχρονου ισλανδικού σινεμά που αρέσκεται σε φευγάτες, ιδιοσυγκρασιακές κομεντί που ενίοτε φλερτάρουν με έναν άγριο ρεαλισμό.
Κι αν κάποιες φορές ο Κάρι ολισθαίνει σε μία κάποια σχηματοποίηση και προβλέψιμη εξέλιξη της λεγόμενης γλυκόπικρης συνομοταξίας, την ίδια στιγμή δεν χάνει ποτέ την επαφή του με την πραγματικότητα, χτίζοντας το πειστικό πορτρέτο ενός εσωστρεφούς καλοκάγαθου γίγαντα που δειλά δειλά αρχίζει να γνωρίζει πραγματικά τον κόσμο γύρω του. Ολα αυτά, βέβαια, δεν θα ήταν τα ίδια χωρίς την εκπληκτική ερμηνεία του Γκούναρ Γιόνσον, στο χαμηλωμένο βλέμμα και τα διστακτικά χαμόγελα του οποίου συνοψίζονται η στωικότητα και η ανομολόγητη δίψα μιας ολόκληρης ζωής.
Θανάσης Πατσαβός 



11.2.19

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

ΤΖΑΝΓΚΟ, Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΣΟΥΙΝΓΚ / DJANGO (2017)

Σκηνοθεσία: Ετιέν Κομάρ
Σενάριο: Ετιέν Κομάρ, Αλέξις Σαλάτκο
Πρωταγωνιστούν: Ρεντά Κατέμπ, Σεσίλ ντε Φρανς
Κατηγορία: Μουσική, βιογραφική
Xώρα: Γαλλία
Διάρκεια: 117’
Διακρίσεις: Επίσημο άνοιγμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου 2017.

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, ο τσιγγάνος Τζάνγκο Ράινχαρτ  χορεύει το Παρίσι με τη σουίνγκ μουσική του, ενώ την ίδια στιγμή οι τσιγγάνοι της Ευρώπης καταδιώκονται από τους Ναζί. Όταν η Γερμανική προπαγάνδα του ζητάει να πάει στο Βερολίνο για συναυλίες, συναισθάνεται τον κίνδυνο και αποφασίζει να διαφύγει στην Ελβετία.

Η βιογραφική ταινία για τον ιδιοφυή κιθαρίστα της τζαζ Τζάνγκο Ράινχαρντ δραματοποιεί την περίοδο κατά την οποία ο γεννημένος στο Βέλγιο Τσιγγάνος βιρτουόζος βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του στο κατεχόμενο από τους Γερμανούς Παρίσι, το 1943, και προσπάθησε, με τη βοήθεια της Γαλλίδας ερωμένης, φίλης και φανατικής θαυμάστριας της τέχνης του Λουίζ Λε Κλερκ να διαφύγει με την οικογένειά του ‒ σε μια παρατεταμένη σεκάνς που συνδυάζει ελαφρά περιπέτεια με τη Μελωδία της Ευτυχίας. Στο επίκεντρο παραμένει η νομαδική, ρευστή προσωπικότητα ενός αυθεντικού καλλιτέχνη, δύσκολου να δαμαστεί, γνήσια απρόθυμου να περιοριστεί στην κανονικότητα μιας συνεπούς καριέρας, ειδικά σε τόσο ακραίες περιστάσεις, και μάλιστα απέναντι σε εχθρούς που θεωρούσαν τη μουσική του «μαϊμουδίστικη» και τον ίδιο, άκακο διασκεδαστή.   Ένθεν και ένθεν, ο Ετιέν Κομάρ, παραγωγός του Ενώπιον θεών και ανθρώπων, που σκηνοθετεί για πρώτη φορά, επισημαίνει την ελάχιστα ουμανιστική στάση των Γάλλων δωσίλογων απέναντι στη μανία των ναζί να μαντρώσουν τους Ρομά και να τους ξαποστείλουν σε στρατόπεδα και επιμένει στη συνθετική μαεστρία και στην εκτελεστική δεινότητα του Ράινχαρντ. Το μουσικό κομμάτι της ταινίας είναι απολαυστικό, μια βουτιά στην πρωτοποριακή, σουίνγκ χρήση της κιθάρας με ένα groove πρωτόγνωρο και μεταδοτικό, που όσο κρατά, δεν θες να τελειώσει ‒ κι ευτυχώς, ο Κομάρ δεν τσιγκουνεύεται τη διάρκεια και την ένταση στα κομμάτια, με πλάνα που εστιάζουν στο «παιχτικό» τμήμα και στο πάθος που συνεπαίρνει τον καλλιτέχνη. Η νομαδική του φύση, ο έρωτας και η σχέση του με συναδέλφους, οικογένεια και γνωστούς εκτυλίσσονται μάλλον τυπικά, περισσότερο σαν διάλειμμα στη μουσική του παρά σαν δράμα που εξιτάρει.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ